Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκι; [Απόσπασμα]

Ο Μαγιακόβσκη, σέ ηλικία δεκαέξη ετών, αντιμετώπισε ένα δίλημμα: «Βγήκα από τή φυλακή άναστατωμένος »λέει στή σύντομη αυτοβιογραφία του. «Άν έμενα στό κόμμα, θά έπρεπε νά συνεχίσω τήν παράνομη δουλειά. ‘Αν συνέχiζα τήν παράνομη δουλειά, δέν θά μπορούσα -έτσι μού φαινότανε– νά συμπληρώσω τϊς σπουδές μου. Μοναδική προοπτική: νά γράφω προκηρύξεις ώς τόν θάνατό μου, ανακατατάσσοντας Ιδέες παρμένες άπό βιβλία πού λέγαν πράγματα σωστά, πράγματα όμως πού δέν τά σκέφτηκα έγώ (…) ‘Ηθελα νά δημιουργήσω μιά. σοσιαλιστική τέχνη (…) Παράτησα τήν κομματική δουλειά. ‘Έπεσα μέ τά μούτρα στή μελέτη».

‘ ‘Η έκλογή τον δέν είχε τήν έννοια ότι εγκατέλειπε τήν πολιτική γιά νά αφοσιωθεί στήν τέχνη. Πάλι τήν πολιτική θά υπηρετούσε, μόνο πού αντί νά γράφει προκηρύξεις, θά έγραφε ποιήματα. ‘Η περίπτωσή του, είναι ή τυπική περίπτωση τον διανοούμενου, πού νιώθει τήν ανάγκη νά ένταχθεέ σέ μιά όμάδα, νά αγωνιστεί γιά μιά ιδέα, γιατί πιστεύει πώς μόνον έτσι θά πραγματώσει τήν εαυτό τον. Καί φυσικά, όλα πάνε κατ’ εύχήν. γι’ αυτούς πού πιστεύουνε σέ κάτι καί παραμένούνε πιστοί, όλα πάνε καλά γιά τούς υμνωδούς τον ‘Υψίστου λόγου χάρη, γιά τούς αγιογράφους, πού πρίν πιάσουν τήν πέννα ή τόν χρωστήρα τους, προσεύχονται στόν Κύριο καί τον ζητάνε νά τούς χειραγωγήσει στό έργο τους. ” Ολα πάνε καλά γι’ αυτούς που κατάφεραν νά πιστέψουν πώς οί φορείς του ιδανικού τούς είναι τέλειοι καί άναμάρτητοι.

Οταν όμως ο φορέας δέν είναι ο ‘Ιησούς, μά άνθρωποι σάν όλους τούς άλλους, οταν πηγή γνώσεων καί σοφίας δέν είναι τά θεόπνευστα `Ιερά Γράμματα μα εγχειρίδια Πολιτικής Οικονομίας, και όταν -το σπουδαιότερο-  ο επίδοξος πιστός είναι άνθρωπος σαν τον Μαγιακόβσκη τότε το «πίστευε και μη ερεύνα» χάνει κάθε νόημα και δεν θέλεις πια «να ανακατατάσσεις ιδέες παρμένες από βιβλία», όσο σωστές κι αν είναι, δεν θέλεις πια να διατυπώνεις πράγματα που «δεν τα σκέφτηκες εσύ». […]

 

**********************************************************************************************************

Περί μεταφράσεων

Οι μεταφράσεις, «γενικά κρινόμενες», είναι και καλές και κακές και άθλιες, όπως ακριβώς και οι ποιητικές συλλογές που διαβάζει το «απροστάτευτο» κοινό. Υπάρχουν κι ανεύθυνες μεταφράσεις, όπως ακριβώς και τούτη εδώ η απάντηση είναι ανεύθυνη, μια και μου είναι αδύνατο να επεκταθώ και να αποδείξω τα λεγόμενό μου. Επιτρέψτε μου μόνο να προσθέσω ότι ανεύθυνες και άθλιες μεταφράσεις κυκλοφορούν και σε άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Γαλλίας και της ίδιας της Σοβετικής Ενώσεως, όπου δεν υπάρχουν επιχειρηματίες του βιβλίου, υπάρχουν όμως κακοί μεταφραστές, που θεωρούν καθήκον τους λόγου χάρη να προσθέτουν στίχους σε ποιήματα, για να γίνει το κείμενο «κατανοητό» στους αναγνώστες και σ’ αυτούς τους ίδιους.

Το επάγγελμά μας, όπως θέλετε να το ονομάζετε, πιθανόν να περνάει κρίση λόγω αθρόας εμφάνισης νέων ανεύθυνων ανταγωνιστών, ξεχνάτε όμως ότι κ’ εμείς (οι μη ανεύθυνοι υποτίθεται) είμασταν κάποτε νέοι και σπάσαμε τις τιμές των τότε (καθιερωμένων θέλετε να τους πούμε;) μεταφραστών. Δεν μπορώ φυσικά να ξέρω τι ακριβώς υπαινίσσεσθε, αλλά αν η ερώτησή σας αποσκοπεί να αποδείξει πως το μεταφραστικό επάγγελμα πρέπει να γίνει κλειστό, όπως των φαρμακοποιών, των δημοσιογράφων και των αρτοποιών (αν δεν κάνω λάθος και οι εδωδιμοπώλαι επιδιώκουν κάτι παρόμοιο), απαντώ ότι ένα τέτοιο μέτρο θα είταν ανελεύθερο και αντιπνευματικό και το κυριώτερο βλακώδες. Μπήκατε ποτέ στον κόπο να παραβάλετε τις «υπεύθυνες» μεταφράσεις με το ξένο κείμενο; Αν μπαίνατε ποτέ σ’ αυτόν τον άχαρο κόπο, θα διαπιστώνατε ότι ακόμα κ’ εμείς οι «καθιερωμένοι» καταφέρνουμε συχνά-πυκνά να δικαιώσουμε εκείνον που είπε το σοφό traduttore, tradittore. Ο μόνος τρόπος να προστατεύσουμε το αναγνωστικό κοινό απ’ τις κακές μεταφράσεις, είναι να του προσφέρουμε καλές μεταφράσεις, επαφιέμενοι στην αμφίβολη ικανότητά του να κάνει τη σύγκριση. Αλλά καλές μεταφράσεις μπορούν να γίνουν μόνο από μη επαγγελματίες μεταφραστές (αυτό τουλάχιστον μου δίδαξε η εικοσάχρονη επαγγελματική μεταφραστική μου πείρα) μόνο από ανθρώπους που διαλέγουν και δουλεύουν ένα κείμενο για προσωπική τους ευχαρίστηση, όπως θα πρέπει να δούλεψε ο Σεφέρης την Έρημη Χώρα του Έλιοτ.

Προς το παρόν, ωφέλιμη θα είταν πιθανόν η καθιέρωση μιας στήλης κριτικής των μεταφράσεων – ιδέα που ρίχτηκε προ πολλού από άλλους, ουδέποτε όμως πραγματοποιήθηκε. Προσωπικά, ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω τη νοοτροπία των κριτικών μας, που δεν διστάζουν να ασχοληθούν με ένα οποιοδήποτε ελληνικό κείμενο, ουδέποτε όμως καταπιάστηκαν να κρίνουν ένα ξένο μυθιστόρημα λόγου χάρη, λες και τα ξένα βιβλία είναι ανάξια ή ανώτερα κριτικής. Ο κριτικός του ξένου βιβλίου θα θεωρούσε βέβαια υποχρέωσή του να πει δυο λόγια για την ποιότητα της μετάφρασης, όπως γίνεται ήδη στις θεατρικές κριτικές, όπου όλες οι μεταφράσεις ανακηρύσσονται κατά κανόνα «πετυχημένες» ή «θεατρικές», προς μέγιστον παιδαγωγικόν όφελος του φιλοθεάμονος κοινού.

Προς το παρόν, ο μόνος τρόπος να προστατεύσουμε τη δουλειά μας απέναντι στους επιχειρηματίες του βιβλίου είναι να γίνουμε εκδότες. Φυσικά, η πρότασή μου έχει δύο βασικά μειονεκτήματα. Πρώτον, χρειαζόμαστε χρήματα που δεν έχουμε. Δεύτερον, αν γινόμουνα ποτέ μου εκδότης, θα έπαυα να μεταφράζω και θα κατέφευγα στους νέους και ανεύθυνους ανταγωνιστές, αναλαμβάνοντας επωνύμως την «επιμέλεια» της μεταφράσεως, όπως κάνουν και τώρα μερικές «λογοτεχνικές φίρμες», οι οποίες (πράγμα γνωστό σε όλους εκτός από το «απροστάτευτο» κοινό), μία και μόνη σχέση έχουν με τον εκδότη τους: Εισπράττουν το αντίτιμο για την μέσω του ονόματος των διαφήμιση του εμπορεύματος, όπως παλιότερα διαφημίζανε τα σιγαρέτα Καραβασίλη ο Ξενόπουλος και η Κοτοπούλη κι όπως διαφημίζει σήμερα τον Παπαστράτο η Τζέην Μάνσφιλντ.

 

 

******************************************************************************************************

«Δεν ανήκω σε κανένα κόµµα και σε καµιά πολιτική οργάνωση. Δεν είµαι µέλος καµιάς εκκλησίας. Δεν είµαι οπαδός καµιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσµώτης τήδε ίσταµαι τοις ένδον ρήµασι πειθόµενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είµαι συγκρατούµενος όχι µόνο µε όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, µα και µε όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος µε όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεµµένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων».   Από τα «Ένδον ρήµατα»

Δεκατρία κείµενα µε σκέψεις και απόψεις. Για την ορθογραφία, για την έκφραση και το θέµα στη λογοτεχνία, για τις µεταφράσεις, για τους ποιητές και τα βραβεία· για τον Μαγιακόβσκι και τον Έρενµπουργκ, για τη σοβιετική σκέψη· για την πολιτική. Κείµενα δηµοσιευµένα σε διάστηµα σαράντα χρόνων (1937-1975), στα περιοδικά «Νεοελληνικά Γράµµατα», «Καλλιτεχνικά Νέα», «Καινούρια Εποχή», «Επιθεώρηση Τέχνης», «Εποχές» κ.ά., στα οποία ο συγγραφέας του Κιβωτίου συµπεριέλαβε ένα θεατρικό έργο και ένα σενάριο, όλα παραδείγµατα της αδογµάτιστης σκέψης του.

***********************************************************************

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εκδοτικό σημείωμα
Περί ορθογραφίας
Η έκφραση και το θέμα
Όνειρο – Υπερρεαλισμός
Αντιγόνη
Η σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού
Οι ποιητές και τα βραβεία
Ένταξη και συζήτηση
Περί μεταφράσεων
Ο καθηγητής Βαρχάιτ
Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκι;
Το προσωπικό μονοπάτι του Έρενμπουργκ
Διαπιστώσεις και προτάσεις
Τα ένδον ρήματα