Θυσία

Γιέ μου, ψυχή της ψυχής μου
Γιέ μου, ζωή της ζωής μου
Τον άνεμο έχω παρακαλέσει
Γοργά τις θάλασσες να διαβεί
Στης άσπλαχνης ξενιτιάς τα μέρη
Το δάκρυ μου βάλσαμο να φέρει
Με ‘κείνο το καμένο σ0υ κορμί να δροσιστεί
Με ‘κείνο η πονεμένη σου ψυχή ν’ αναπαυθεί
Τα χέρια σου δεν ήταν μονάχα χέρια για δουλειά
Πιότερο απ’ όλα του κόσμου μας η ζεστή αγκαλιά
Έ άρχοντα της ξενιτιάς
Τη τιμή τους γιατί δε λογάς
Μη δε είναι ‘κείνα που ζυμώνουν τη μπουκιά σου
Μη δε είναι ‘κείνα που μεθούν τη χαρά σου
Κείνα π’ αρμέγουν το βύζαγμά σου
Κείνα π’ ανθοφορούν το τραπέζωμά σου
Κείνα που νανουρίζουν τα μωρά σου
Κείνα που περπατούν τα γηρατειά σου
Κείνα που λαμπρύνουν την ακράτεια σου
Γιατί δολοφονημένα πίσω τα γυρίζεις
Κόπιασε τα ορφανά στα μάτια να αντικρίσεις

Έρωτας

Όταν πλημμύρισες
Τη σκέψη μου
Δεν άφησες χώρο
Για τίποτε άλλο

ντρΟΠΗ

Κάπου υπάρχει μαύρη οπή
Μήπως στη λογική
Μήπως στο σύστημα
Σίγουρα από εκεί χύθηκαν τα λογικά τους
Το χρώμα δεν θα χυθεί απ’ την μαύρη οπή
Μήτε οι λέξεις
Θα είναι εδώ να χρωματίζουν τη ζωή
Θα είναι εδώ να τραγουδάνε την ομορφιά της