Σε μια κουκίδα του παγκόσμιου χάρτη ζει ένα παππούς, ογδόντα τόσα χρόνια,  όσοι τον ξέρουν, παραδέχονται πως τα ‘χει καταφέρει περίφημα στη ζωή του. Αυτό όχι μόνο το πιστεύει κι ο ίδιος, το κοκορεύεται κιόλας, λογικό λοιπόν να συμβουλεύει τους πάντες τι ακριβώς πρέπει να κάνουν, για να του μοιάσουν.

«Ν’ ακολουθείς το ρεύμα» είναι μια προσφιλής του ατάκα, και μετά απ’ την αρχική αυτή υπόδειξη ακολουθεί ένα μείγμα από μεσογειακές παροιμίες και ανακριτικές ερωτήσεις, δοκιμασμένη μέθοδος που γρήγορα τον οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα: «… να το ξανασκεφτείς… πρέπει να… λάθος σου… δεν τα λογάριασες σωστά…»

Δεν είναι λίγοι που τον θαυμάζουν για τη θυμοσοφία του, αποτυπωμένη σ΄ ένα μεγαλειώδες μέτωπο που ξεκινά απ΄ τα φρύδια και καταλήγει στον σβέρκο. Τις τελευταίες δεκαετίες πάντως το τροφαντό του πρόσωπο έχει μείνει αναλλοίωτο, λες κι ο άτιμος ανακάλυψε κάποια συνταγή αντιγήρανσης ή φόρεσε κάποια μαγική μάσκα. Αν προσθέσεις σ΄ αυτά και το κοντόχοντρο σουλούπι του Μπόζο, τότε έχεις μπροστά σου το αρχαιοελληνικό άγαλμα ενός επικούρειου. Βέβαια, η σύγχρονη αυτή εκδοχή δεν έχει την παραμικρή σχέση με κάποιο αξιακό σύστημα, το αντίθετο μάλιστα, το χλευαστικό ημίγελο, η παραφουσκωμένη κοιλιά και η σοβαρότητα του πανσυμβουλάτορα προδίδουν άτομο αποκλειστικά αφοσιωμένο στο δικό του ηλιακό σύστημα, ή για να το πούμε αλλιώς, τίποτα περισσότερο από ένα ευγενές δείγμα μετα-οθωμανικού τομαρισμού.

Στο προκείμενο τώρα, ο εν λόγω ξερόλας διέπρεψε ως ρουφιάνος στα μετεμφυλιακά χρόνια, ήταν το δεξί χέρι της τοπικής αστυνομίας για τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων. Κι όχι μόνο αυτό, ως νοσταλγός της Μεταξικής περιόδου συνεχίζει να πηγαίνει όπου υπάρχει τραπέζωμα, καμία σημασία αν πρόκειται για βαφτίσια ή μνημόσυνα, πάντα κάποιο ψεγάδι θα βρει στο φαγητό ή στο πιοτό και ευθαρσώς θα το επισημάνει στους ομοτράπεζους, είναι τέτοια η φύση του, πώς να τον παρεξηγήσεις; Στο σπίτι του, εννοείται, ποτέ δεν έρχονται καλεσμένοι, δεν υπάρχει περιθώριο για τέτοιες ανταποδόσεις, είναι διαρκώς κάπου αλλού μουσαφίρης, αυτόκλητος τις περισσότερες φορές. Πάντως η γυναίκα του έχει κάθε λόγο να τον παινεύει, αφού η ίδια σπάνια μαγειρεύει και πλένει πιάτα, έτσι έχει όλο τον χρόνο ν’ ασχοληθεί με τα δικά της.

Οι δουλειές του επικούρειου ρουφιάνου ήταν πάντα οι εξυπηρετήσεις, λόγου χάρη να μεταφέρει επιβάτες και τρόφιμα με το αυτοκίνητό του. Αυτό το ύστατο κατόρθωμα στην πολυσχιδή καριέρα του τον ανέδειξε σε κουτσομπόλη πρώτου μεγέθους, τα οικογενειακά μυστικά κοσκινίζονταν στα καφενεία της ευρύτερης περιοχής, οι φήμες για τον τάδε ή την δείνα μεταδίδονταν σαν σήματα καπνού, ενώ γνωστοί και άγνωστοι ακόμη του το αναγνωρίζουν: «μα, το ‘πε ο…», κι αφού το ΄πε, τελεία και παύλα. Αν λοιπόν κυριαρχεί η άποψη ότι η τύχη των ρουφιάνων είναι συγκυριακή και σύντομη, τούτος εδώ έχει βαλθεί ν΄ αποδείξει ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Τα της φαμίλιας όλα τακτοποιημένα στο ακέραιο, όπου να ΄ναι έρχονται και τα δισέγγονα, λοιπόν, τι άλλο να περιμένει κανείς απ΄ αυτή τη σύντομη ζωή;

Όλα αυτά μπορεί να μοιάζουν με σταγόνες στον ωκεανό της ιστορίας, μπορεί ακόμη το «ιδιώνυμο» να μετονομάστηκε σε «Αναγκαστικό Νόμο», για να καταργηθεί αργότερα, ποιος όμως απολογήθηκε ποτέ, ας μην πούμε τιμωρήθηκε, για τον στιγματισμό και τον διωγμό, παλιότερα και μέχρι τις μέρες μας, που έχουν υποστεί χιλιάδες πολίτες μιας χώρας που αρνείται πεισματικά να εγκαταλείψει το παρελθόν; Παρόμοια θα ήταν και  η ερώτηση στο τυχερό παππούδι: έζησες τη ζωή που οι άλλοι περιμένανε από σένα, γιατί θέλεις τώρα να κάνουν και οι άλλοι το ίδιο;  Και τι απάντηση να περιμένεις; «Ν΄ ακολουθείς το ρεύμα», έτσι απλά.