To «Ταδε Εφη Ζαρατουστρα» («Also Sprach Zarathustra» o πρωτοτυπος τιτλος του στα γερμανικα) γραφτηκε το 1896 και ειναι εμπνευσμενο απο την ομωνυμη φιλοσοφικη νουβελα του γερμανου φιλοσοφου Φριντριχ Νιτσε (1844-1900).  Η συνθεση του Στραους παρουσιαστηκε για πρωτη φορα σε συναυλια στη Φραγκφουρτη στις 27 Νοεμβριου του 1897 και εκτοτε αποτελει ενα απο τα πιο πολυπαιγμενα εργα του συμφωνικου ρεπερτοριου. Η δημοφιλια του εργου βοηθηθηκε και απο την εισαγωγικη φαμφαρα, που διαρκει γυρω στα 90 δευτερολεπτα και ειναι απο τα πιο αναγνωρισιμα κομματια της κλασσικης μουσικης, ιδιαιτερα μετα τη χρησιμοποιηση της απο στον σκηνοθετη Στανλεϊ Κιουμπρικ στην ηχητικη μπαντα της εμβληματικης ταινιας του «2001: Η Οδυσσεια του Διαστηματος», που πρωτοπροβληθηκε το 1968.

 

********************************

[…] Στο έργο αυτό, η αντιπαράθεση της φύσης και της ανθρωπότητας ως δύο εναλλακτικών κόσμων που συγχρόνως αλληλοσυσχετίζονται και αλληλεξαρτώνται αποδίδεται με την ακραία αντίθεση των τονικοτήτων της ντο μείζονος και της σι μείζονος, οι βαθμίδες των οποίων σε συνδυασμό περιλαμβάνουν και τις δώδεκα νότες της χρωματικής κλίμακας. Ολόκληρο το κομμάτι αναπτύσσεται με βάση τις δύο αυτές τονικότητες και την ίση σε σπουδαιότητα συμβολική αντίθεση μοτίβων που δημιουργούνται από τα βασικά διαστήματα τετάρτης, πέμπτης και τρίτης, καθώς και από χρωματικές προόδους, αποκαλύπτοντας κατά την εξέλιξη της μουσικής μια λογική συνεπαγωγή, ένα δίκτυο από αλληλοσυσχετισμούς στα μοτίβα και τα μουσικά ύφη. Κάθε ξεχωριστό μέρος φέρει τον αντίστοιχο τίτλο από το κείμενο του Νίτσε:
1. «Von den Hinterweltlern» (Tων ανθρώπων από τον κρυμμένο κόσμο).
2. «Von der grossen Sehnsucht» (Του μεγάλου πόθου).
3. «Von den Freuden und Leidenschaften» (Για τις χαρές και τα πάθη).
4. «Das Grablied» (Tο τραγούδι του τάφου).
5. «Von der Wissenschaft» (Της επιστήμης και της μάθησης).
6. «Der Genesende» (Αυτός που αναρρώνει)
7. «Das Tanzlied» (Tο τραγούδι-χορός).
8. «Das Nachtwandlerlied» (Tο τραγούδι του νυχτερινού περιπλανώμενου).

Το πρόγραμμα αυτό, σύμφωνα με τον Ρίχαρντ Στράους, είναι μόνο η «αφετηρία» «που δίνει το πρόπλασμα για την έκφραση και την καθαρά μουσική ανάπτυξη των συναισθημάτων».Ο ίδιος ο Στράους διατύπωσε την ακολουθία των συναισθημάτων που αντιστοιχούν σε αυτή τη σύνθεση ως εξής: «αφοσίωση-αμφιβολία-απελπισία-ελευθερία».

Για να γίνει κανείς υπεράνθρωπος πρέπει να διαχωρίσει τον εαυτό του από τη μάζα. Οι μοναδικοί του σύντροφοι θα πρέπει να είναι φίλοι οι οποίοι όμως δεν θα δημιουργούν σε αυτόν εφησυχαστικές συνθήκες αλλά θα τον προτρέπουν διαρκώς προς την αυτοβελτίωσή του. Στόχος του υπερανθρώπου είναι να δημιουργήσει τις δικές του αξίες. Θα πρέπει να έχει επαρκή δύναμη θέλησης (δηλαδή, για τον Νίτσε, αυτή την βαθύτερη ώθηση που βρίσκεται πίσω από το φαινόμενο της ζωής) για να δημιουργήσει τον δικό του Ζαρατούστρα. Στο έργο αυτό η ιδέα του συμφωνικού ποιήματος που εξέφρασε ο Λιστ έχει υλοποιηθεί στο έπακρο: το θέμα έχει απορροφηθεί ολοκληρωτικά μέσα στη μουσική σύνθεση.
Το κείμενο του Νίτσε είναι πλούσιο σε «δομικά μοτίβα», τα οποία δίνουν το έναυσμα για τη δημιουργία εικόνων και ιδεών που περιμένουν το άγγιγμα από το χέρι ενός συνθέτη συμφωνικού ποιήματος. Για παράδειγμα, το θρησκευτικό συναίσθημα αυτών που πιστεύουν στη μετά θάνατον ζωή αντιπροσωπεύεται στο έργο του Στράους από ένα χορικό με εκκλησιαστικό όργανο και έγχορδα («Των ανθρώπων από τον κρυμμένο κόσμο»). Οι επιστημονικές ενασχολήσεις του «ευσυνείδητου ανθρώπου του πνεύματος» (αναφορά στον Νίτσε) βρίσκουν το μουσικό τους ισοδύναμο σε μια φούγκα, όπου το θέμα αυτό συνδέει τα δώδεκα ύψη της χρωματικής σκάλας σε μια σφηνοειδή φόρμα («Της επιστήμης και της μάθησης»). Το τραγούδι χορός που ο Ζαρατούστρα απευθύνει στο «πνεύμα της βαρύτητας» αντιστοιχεί σε ένα εκφραστικά υπερβολικό βαλς («Το τραγούδι-χορός»). Το χτύπημα της καμπάνας τα μεσάνυχτα στο «τραγούδι του μεθυσμένου» εκφράζεται από τα δώδεκα χτυπήματα των κουδουνιών με τα οποία αρχίζει το τελευταίο μέρος του συμφωνικού ποιήματος («Το τραγούδι του νυχτερινού περιπλανώμενου»).
Ο Στράους στόχευε, όπως ήδη τόνισα, σε κάτι παραπάνω από το να βάλει κοντά τη μία μετά την άλλη πολύχρωμες μουσικές εικόνες εμπνευσμένες από το κείμενο του Νίτσε: επιχείρησε να δημιουργήσει μια σειρά από δομικές ομοιότητες ανάμεσα στο έργο του και το φιλοσοφικοποιητικό μοντέλο που χρησιμοποίησε. Για παράδειγμα, το μέρος «Για τις χαρές και τα πάθη» εκφράζει μία από τις κεντρικές θέσεις του έργου, σύμφωνα με την οποία «ο άνθρωπος είναι πράγμα και πρέπει να υπερκεραστεί». O Στράους συνδυάζει το κεντρικό θέμα του Νίτσε (Hauptthema) με ένα μέρος που λειτουργεί ως συμφωνικό κεντρικό θέμα (Hauptsatz). Σύμφωνα με τις σημειώσεις του Στράους για την εκτέλεση του συμφωνικού του ποιήματος το Δεκέμβριο του 1896, η σύνθεση αυτή στοχεύει να εκφράσει την ιδέα της εξέλιξης της ανθρωπότητας ξεκινώντας από τις πρωταρχικές ρίζες της συνεχίζει μέσα από ποικίλες μορφές ανάπτυξης, τόσο τις θρησκευτικές (το θρησκευτικό συναίσθημα αυτών που πιστεύουν στη μετά
θάνατον ζωή που, όπως προανέφερα, αντιπροσωπεύεται από ένα χορικό) όσο και τις επιστημονικές (οι επιστημονικές ενασχολήσεις του «ευσυνείδητου ανθρώπου του πνεύματος» με το μουσικό τους ισοδύναμο σε μια φούγκα), φτάνοντας έως την κεντρική ιδέα του «υπερανθρώπου» (Übermensch) του Νίτσε.

Anastasia Siopsi, «Η επιρροή του Φρίντριχ Νίτσε (1844-1900) στο έργο του Ρίχαρντ Στράους (1864-1949)», Hellenic Journal of Music Education, and Culture, 2015, Vol. 6 | Article 5, ISSN 1792-2518.