Εγώ η ίδια υπήρξα ο δρόμος μου

Εγώ θέλησα να ‘μαι όπως οι άντρες το θέλησαν για μένα:
μια απόπειρα ζωής•
ένα κρυφτούλι με την ύπαρξη μου.
Όμως φτιαγμένη ήμουνα από παρόντα,
και οι επίπεδες πατούσες μου πάνω στην υποσχόμενη γη
δεν αντιστέκονταν να βαδίζουν μπροστά,
και συνέχιζαν πέρα, όλο πιο πέρα,
ξεγελώντας τις στάχτες για να φτάσω στο φίλημα
των νέων μονοπατιών.

Σε κάθε παραπάνω βήμα στο δρόμο μου προς τα μπρος
τις πλάτες μου έξυνε το απελπισμένο φτερούγισμα
των παλαιών κορμών.

Όμως το κλαδί αποκολλημένο ήταν για πάντα,
και σε κάθε καινούργιο μαστίγιο το βλέμμα μου
χωριζόταν κι άλλο , ολοένα περισσότερο
από τους μακρινούς ορίζοντες που ‘χα μάθει:
και το πρόσωπο μου έπαιρνε την έκφραση
που από μέσα μου ερχόταν,
την οριστική έκφραση που πρόβαλε ένα συναίσθημα
ενδόμυχης απελευθέρωσης•
ένα συναίσθημα που προέκυπτε
από τη διατηρημένη ισορροπία ανάμεσα
στη ζωή μου και στην αλήθεια
του φιλήματος των νέων μονοπατιών.

Πλέον με χαραγμένη την κατεύθυνση μου στο παρόν,
βλασταράκι ένιωσα πάνω στα εδάφη όλα της γης,
των εδαφών δίχως ιστορία
των εδαφών δίχως μέλλον,
του εδάφους πάντα του εδάφους δίχως όρια
όλων των αντρών και όλων των εποχών.
Και υπήρξα εξ ολοκλήρου εντός μου
όπως εντός μου υπήρξε η ζωή….

Εγώ θέλησα να ‘μαι όπως οι άντρες το θέλησαν για μένα:
μια απόπειρα ζωής•
ένα κρυφτούλι με την ύπαρξη μου.
Όμως φτιαγμένη ήμουν από παρόντα•
όταν πια οι μαντατοφόροι με αναγγέλανε
στην βασιλική παρέλαση των παλαιών κορμών
λοξοδρόμησε η επιθυμία μου να ακολουθήσω τους άντρες
και το πανηγύρι των τιμών έμεινε εκεί να με περιμένει.

 

*

Τραγούδι πικρό

 

Τίποτα δεν αναστατώνει την ύπαρξη μου, μα με κατέχει η λύπη.

Κάτι αργό σκιερό  με χτυπάει,

αν και σχεδόν πίσω από τούτη την αγωνία

τα άστρα στο χέρι μου έχω κρατήσει

Μάλλον το ανώφελο είναι που με χαϊδεύει

η δίχως τέλος  θλίψη να είσαι ποιητής

να τραγουδάς ξανά και πάλι , και να μην  διαλύεται

η ανεπανάληπτη τραγωδία της ύπαρξης

Να είσαι ή να μη θέλεις να είσαι; -αυτή είναι η διάκριση-

η μάχη που εξαντλεί όλη την προσδοκία,

να είσαι , πια με την ψυχή ετοιμοθάνατη,

ενώ στο μίζερο σώμα ακόμη μένουν δυνάμεις.

Συγχώρα με- ω,  έρωτα- αν δεν σε ονοματίζω,

Έξω από το τραγούδι σου είμαι φτερό βαλσαμωμένο.

Ο θάνατος κι εγώ, κοιμόμαστε αντάμα;

Να σου τραγουδήσω, αυτό μόνο, με αφυπνίζει.

 

*

Ω, θάλασσα άλλο μην περιμένεις!

 

Το όνειρο έχει πέσει

και η φωνή κρέμεται  από νεκρές πεταλούδες.

Η καρδιά μου ανεβαίνει σωριασμένη και μόνη,

χαραυγές να νικήσει στα βλέφαρα μου.

Χαμένο το γέλιο μου είναι

στην πιο λυπημένη και σκόρπια πολιτεία του ανέμου.

Η δίψα μου πάει σε  ποτάμια θολά κι εξαντλημένα,

διαλυμένη και κομμάτια με κάνει.

Παπαρούνες φωτός, τα χέρια μου ήταν πειρασμοί γόνιμοι

από φωτιά.

Σήμερα, στάχτες με ξαπλώνουν  για μια φωλιά μακρινή.

Ω, θάλασσα άλλο μην περιμένεις!

Στη ζωή πορεύομαι σχεδόν σαν σπηλιά από χαλάσματα.

Πλέον ούτε η ίδια η σιωπή δεν σταματάει στο όνομα μου.

Ανώφελα απλώνω τον άφεγγο δρόμο μου.

Σαν να ΄ναι νεκροί δίχως τόπο οι φωνές μου στασιάζουν.

Ω, θάλασσα άλλο μην περιμένεις!

Άσε με να αγαπήσω τα χέρια σου με την ίδια αγωνία

που κουβαλούσα όταν γεννήθηκα.

Άφησε  μου το γαλάζιο σου στέρνο

και θα είμαστε πάντα η καρδιά του κλαυθμού.

 

 

 *

Θύμα φωτός

 

Να ‘μαι εδώ,

ξέφρενο άστρο, χωρίς δεσμά,

γυρεύοντας στους άντρες ανάμεσα

το φωτεινό μου θύμα.

 

Σε σένανε έφτασα.

Κάτι συμπαντικό υπάρχει στο βλέμμα σου,

κάτι από θάλασσα δίχως ακτή

εκβάλλοντας ατέλειωτες κοίτες,

κάτι από ξημερωμένη νοσταλγία

που διασκεδάζει αντιγράφοντας τα περιστέρια.

 

Σαν σε θωρώ με βλέπω να ‘μαι όλη από φως

κυλώντας σε ένα γαλάζιο δίχως καράβια

και δίχως λιμάνια.

Ανώφελος  είναι η ο ίσκιος  στων ματιών σου τις κόρες…

Κάποιο φύσημα αθώο

θα πρέπει ν’  αποκοιμήθηκε μες  στα σπλάχνα σου.

Είσαι, μες στα φυλλώματα, το φωτεινό μου θύμα.

Αυτό ονομάζεται έρωτας, από τα χείλη μου.

Πρέπει να ξεχάσεις τα μονοπάτια

και να βαλθείς να οδηγήσεις τον άνεμο.

Στα χέρια μου, μυημένος στο φως,

θύμα δικό μου!

Μοιάζεις με στάχυ κάτω απ’  την ψυχή μου

και ‘γω, αιγιαλός που απλώνεται

κάτω απ’ τη δική σου καρδιά σου.

 

*

Αυγή της σιωπής μου

 

Εντός σου σιώπησα.

Η καρδιά του κόσμου στα μάτια σου βρίσκεται,

που πετάνε κοιτώντας  με.

Δεν θέλω να σηκωθώ απ’ το γόνιμο σου το μέτωπο

όπου πλαγιάζω και απ’ το όνειρο μου στην ψυχή σου με βλέπω .

Σχεδόν βρέφος αισθάνομαι από αγάπη που φτάνει ως τα πουλιά.

Και σβήνω όπως πάω στο ψυχορράγημα  που  ‘ναι

τα χρόνια μου για να μείνω μαζί σου

σαν μια στεφάνη που μόλις  στον ήλιο άνοιξε …

Δεν υπάρχει ούτε μια αύρα που να μη ξέρει

το  όνομα μου

ούτε δρόμος που θα απλώσει  το άσμα μου ως τα ουράνια.

Τραγούδι σιωπής από πληρότητα!

Μέσα σου σιώπησα…

(Η πιο απλοϊκή  ώρα να σ’ αγαπήσω είναι ετούτη

όπου πηγαίνω μέσα από την πονεμένη ζωή της αυγής.)

 

*

 

Από τα τρίσβαθα

 

Είναι ένας θρήνος

Είναι μια κραυγή δίχως δάκρυα

 

Από τα τρίσβαθα

Από τα βάθη όλου  του αναπόφευκτου.

Από το κλάμα σε σπείρες στις πλάτες.

Από το τραγικό κλαδί

μιας τέλειας σιωπής.

 

Από το πεσμένο γαλάζιο

στα πόδια της νύχτας.

Από την καταιγίδα

ενός μοναχικού ονείρου.

 

Από σένα

και από μένα

ένας θρήνος κραυγάζει

χωρίς δάκρυα

που λέει:

Αντίο!

 

 

**********************************************************************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

Η Julia de Burgos για πολλούς θεωρείται η πιο σημαντική ποιήτρια  του Πουέρτο Ρίκο, και μία από τις σημαντικότερες της Λατινικής Αμερικής. Ήταν το πρώτο παιδί μιας πολυμελούς  και φτωχής οικογένειας των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων. Εκτός από ποιήτρια και δραματουργός, εργάστηκε σαν εκπαιδευτικός από πολύ νέα. Το έργο της αντανακλά τις φεμινιστικές ιδέες της εποχής της, στην πατρίδα της, ενώ παράλληλα εστιάζει στις δυσκολίες της ζωής και τα πολλά πρόσωπα του έρωτα. Το πιο εμβληματικό της ποίημα θεωρείται  το διάσημο  Río Grande de Loíza το οποίο μιλά για τα δεινά που έχει υποστεί το Πουέρτο Ρίκο  σαν αποικία αλλά και τις δύσκολες συνθήκες και τη βία που είχαν υποστεί οι σκλάβοι που προέρχονταν από την Αφρική, καθώς και η  ίδια είχε αφρικάνικες  ρίζες. Η ποίηση της γίνεται  αποδεκτή από κάποιους  ποιητικούς και λογοτεχνικούς κύκλους της χώρας της, κυρίως όσους υπηρετούν τον μοντερνισμό και τα πρωτοποριακά ρεύματα. Ταυτόχρονα βρίσκει απέναντι της εκείνο το κομμάτι των διανοούμενων που είχε πολύ συγκεκριμένες αντιλήψεις περί διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας και δεν μπορούσε να κάνει εύκολα αποδεκτή τόσο την καταγωγή της, τις φεμινιστικές και ριζοσπαστικές της  απόψεις, αδιανόητες για κάποιους στην ταραχώδη δεκαετία του 1930, το γεγονός πως ήτανε  διαζευγμένη και την κοινωνική της τάξη . Η βιογράφος Vanessa Pérez Rosario θα  πει πως ποιήτρια είχε μια τελείως διαφορετική, σαφώς πιο διευρυμένη,  άποψη  περί εθνικής ταυτότητας, από όλους αυτούς που στάθηκαν απέναντι της. Στα είκοσι πέντε της χρόνια, κι ενώ είναι ήδη μητέρα ενός παιδιού από ένα γάμο που δεν διήρκησε πολύ, εγκαταλείπει το Πουέρτο Ρίκο για να ζήσει στις Η.Π.Α. μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής της, με εξαίρεση ένα διάστημα  που έζησε στην Κούβα. Εκεί, μεταξύ άλλων, στην προσπάθεια της να βιοποριστεί,  αρθρογραφούσε για το σοσιαλιστικό περιοδικό Hispanos Pueblos. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της ήτανε πολύ δύσκολα εξαιτίας των προβλημάτων που της είχαν προκαλέσει  ο καρκίνος, η  κατάθλιψη και ο  αλκοολισμός. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 6ης Ιουλίου 1953 βρέθηκε  λιπόθυμη σε έναν δρόμο της Νέας Υόρκης και πέθανε από πνευμονία, λίγο μετά,  σε νοσοκομείο του Χάρλεμ.