Αφύπνιση

Ατρόμητος σαν φρουρός
στης ζωής μου την είσοδο στάθηκες.
Την πόρτα πολλοί άνοιξαν,
ενώ εγώ σαν ίσκιος έφευγα.
Το περιτύλιγμα μου χάζευαν
όσοι το φαίνεσθε είχαν για σημαία,
γι αυτούς αδύνατο να νιώσω κάτι.
Με όρκους αιώνιας αγάπης
άλλοι έπαιξαν τα χαρτιά τους
κι άλλοι με ξίφη υπόσχονταν
επίγειες κατακτήσεις.
Κανείς δεν ήταν τόσο ικανός,
κανείς τόσο γενναίος,
τα μάτια μου,
κάτι τόσο απλό,
μα τόσο σύνθετο να ανοίξει.

Μελισσοκτόνοι

Μια μέλισσα σκότωσαν χθες.
Το άψυχο κορμάκι της στο χώμα έπεσε
πριν προλάβει το νέκταρ να γευτεί.
Στο νου της έναν ήλιο είχε
τη δουλειά χωρίς να αφήνει,
νυχθημερόν πασχίζοντας
το όνομα εργάτρια για να αξίζει.
Απ’ το μελίσσι απομακρύνθηκε,
για λίγο να διαφέρει
κι άδοξα κατέληξε
για σφήκα να την πάρουν.
Ανήμπορη τη στιγμή να αντιστρέψω,
σε κοιτάζω βαθιά.
Μέσα σου έναν μελισσοκόμο βλέπω.
Τίποτα λιγότερο δεν θα θελα
να δω.