ΑΓΑΛΜΑΤΑ

Για πρώτη και τελευταία μέρα
υλοποίησα το χρόνο μου.

Σήκωσα το σώμα μου απ’ το στρώμα
κι ο χώρος πίσω μου γεμίζει
πέτρινους αναδιπλασιασμούς.

Έγραψα βεντάλιες στον αέρα με τα χέρια
αφήνοντας νυχτερίδες από χρόνο.
Έφτιαξα αγάλματα από λάβα
παρασταίνοντας το δισκοβόλο
ή τα ζευγάρια του Ροντέν.
Υλοποίησα το πνεύμα μου
κουνώντας άσκοπα μπογιές στο χαρτί
και στυλογράφους.
Υλοποίησα την ώρα μου
δείχνοντας με το δάχτυλο
τη φορά του ρολογιού.

Έπλασα τον εαυτό μου σήμερα
γεμίζοντας τον κόσμο με πέτρινες στιγμές.
Έζησα έντονα την κάθε μου εμμονή,
κάθε τρελή μου αυθαιρεσία,
κι έπεισα αυτούς που θά ‘ρθουν
για την αλήθεια της ιδέας μου.

Κι άσ’ τους να λένε
πως άδικα ξόδεψα το χάρισμά μου το προσωρινό.

Κι άσ’ τους να λένε
πως, λίγο ακόμα,
και δεν θ’ αντέχαν οι γενιές
την άψυχη,
τη ρυπαρή μου παρουσία.

ΑΙΝΙΓΜΑ
(μελέτη στην Κική Δημουλά)

Παρίστασαι εις τους όρκους
και τα δικαστήρια περί τηρήσεώς των,
πάντοτε ως μάρτυς
και ποτέ για να δικολογείς.

Παρίστασαι εις τους λόγους, τους ψόγους
και τα ψέματα,
τα οποία σπανίως αποκαλύπτεις
(ποιος θα τολμήσει να σε πει συνένοχο).

Παρίστασαι, λεν,
μοναχά στα γεγονότα -ιδίως τ’ ασήμαντα,
όταν ξεπέσουμε στα πράγματα ή τα πρόσωπα
δείχνεις τάχα ελιτισμό και υπεροψία
(κι όμως ειν’ αυτά που μανιωδώς
καταναλώνεις,
ιδιοποιείσαι ή διαφθείρεις).

Παρίστασαι στα φιλιώματα,
-διακριτικώς
-στους χωρισμούς είναι
που κάνεις αισθητό το πέρασμά σου.

Παρίστασαι σε κάθε όταν
σε λίγα μέχρι και σε μακάρι ουδέν.

Κι όπου απλώνει η μοναξιά,
είναι που απαρέγκλιτα,
άοκνα
κι ανελλιπώς
παρίστασαι.

ΑΣΤΕΡΕΣ

Μικρή ζωή,
Ίσα που προλαβαίνουμε
Να μάθουμε τις γλώσσες
και να βγάλουμε απ’ το στήθος άλλες,
πρωτολάλητες,
πατώντας στις κόγχες των πραγμάτων

Να βάψουμε
με ίνες φωτός
τις νύχτες,
πότε στα χρώματα της γης,
πότε μ’ αλήθειες του μυαλού μας

Να ψάξουμε τον κόσμο,
πεισμένοι ότι ήδη έχει γραφτεί
η λέξη πού ‘χουμε στο στόμα
και το μέλος το βαθύ
που μας στοιχειώνει

Να ψάξουμε τα λόγια,
ως να διαβεί από μέσα μας,
μουδιάζοντας το σώμα,
ο έρωτας των άλλων

Να δούμε τους ανθρώπους
έξω απ’ τα ρούχα της ζωής
και του καιρού τους,
να μάθουμε κάθε εαυτό,
να τον ταιριάξουμε
με γνώση στο κορμί του

Να ‘ρθούμε στους αντίποδες
που η μοίρα μια στιγμή μας όρισε,
τον πρώτο μας μεσημβρινό
και τη στερνή πυξίδα
καταργώντας

Να δούμε τις αιτίες
και να κυλίσουμε τη γη
εκεί που ρέει η νέα μέρα

Nα δούμε την ευθύνη
πετώντας πάνω από τη γη,
την καύσιμη,
την εύφλεκτη ζωή
σκορπώντας

Ίσα που προλαβαίνουμε
να κάψουμε τον ήλιο
και, αν τα κύτταρά μας το ζητούν,
και δυο αστέρες μακρινούς
πού ’χουμε ακόμα
σ’ εφεδρεία.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

στην Αγγελική Μ.

Γύμνωσα τους μήνες
Θήλεις κι άρρενες μαζί
(Σε καιρούς ανάγκης κι εκστρατείας
η αιδώς δεν περισσεύει)
Άλλοι με ήχους ή μορφές,
άλλοι με χρόνο ολοκάθαρο στις τσέπες
– Φεγγάρια ατόφια αργυρά,
Μέρες αχάραγες, άκοπες και παρθένες,
Ώρες μικρές, κρυσταλλικές, σαν της ζωής τ’ αλάτι –

Κι εμείς μαζεύαμε τόσον καιρό
δυο δεύτερα ορυκτά να βάλουμε στην άκρη.

Γύμνωσα τους μήνες,
λάφυρα της ντροπής
κι αιχμάλωτοι της ύβρης
Και μείναν στα κελιά μου
δώδεκα μήνες Αύγουστοι,
φτωχοί Χριστοί
που τάισαν το πλήθος

Κι απόρεσαν κι εκείνοι
που ούτε χιτώνας τους ταιριάζει μες στο θέρος,
ούτε νεφών περίσσεια.