στὴν κόρη μου
Μαλένα

Ἀπὸ τὰ δαχτυλάκια σου
νήματα δέκα ξεκινοῦν
κι’ ὅλος ὁ κόσμος γίνεται
μιὰ ζῶσα μαριονέττα

*

Κοιμᾶσαι
Τὰ παιδικά σου βλέφαρα
σκεπάζουνε τὸ φῶς
νὰ νεωθῇ ξανὰ ἡ αὐγή
σπίθα τῆς ἄλλης μέρας

*

Ὁ κόσμος πνίγηκε
αὐτοστιγμεί
στὸ πρῶτο σου δάκρυ

*

Λειώνει τὸ φῶς
κι’ ὅλα ξεβάφουν
μ’ ἕνα σου δάκρυ

*

Καθὼς γελᾶς
φτεροκοπήματα χαρᾶς
χελιδονιῶν εὐφρόσυνων
μιὰν ἄνοιξι κομίζουν

*

ΣΤΟ ΓΕΛΙΟ ΣΟΥ

Στὸ γέλιο σου
ἡ εὐτυχία μου
παρασιτεῖ

*

ΕΥΤΥΧΙΑ

Τὸ πρῶτο σου κλάμμα
τὸ πρῶτο σου γέλιο
κ’ οἱ πρῶτες σου λέξεις
ᾆσμα μέλος καὶ ᾠδή
ποίησις καὶ μουσικὴ μαζί

Τὰ πρῶτα βηματάκια σου
ὁ δρόμος
πρὸς τῶν μακάρων τὰ νησιά

*

ΜΙΚΡΑ ΠΙΑΝΙΣΤΑ

Δάκτυλα δέκα παιδικά
δάκτυλα δέκα ζωηρά
μικροὶ μαγείας ἐντολεῖς
διατάσσουν τρόπῳ θαυμαστῷ
ὀγδόντα ὀκτῶ ἐντολοδόχους
πενήντα δύο ἐξ ἐλεφαντοστοῦ
κ’ ἐβένινους τριανταέξι
τὸν ξύλινο τὸν γίγαντα
ἐντέχνως νὰ ἐξυπνήσουν

Κι’ αὐτοί
ἀμέσως τὸν ’ξυπνοῦν
σφυροκοπώντας μὲ σπουδή
καὶ δεξιότητ’ ἀγαστή
τὰ νεῦρα τὰ μετάλλινα
καί τὶς λεπτὲς συρμάτινες
φωνητικὲς χορδές του

Καὶ ἔτσι τρόπῳ θαυμαστῷ
πρὸς τερπωλὴν ἡδίστην
καὶ χαρμονὴν μεγίστην
κάνουν τὸν γίγαντα νὰ τραγουδᾷ
τῆς μουσικῆς τὸν βασιληᾶ

*

ΗΛΙΩΠΙΣ

Τὰ μάτια σου ἐκάλυψαν τὸ φῶς του
Τώρα θρηνεῖ τὴν λάμψιν του
– ὁ φυσικός –
ὁ ἄλλοτε ἥλιος

*

ΑΠΟ ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ ΣΟΥ

Ἀπὸ τὰ βλέφαρά σου πιάνεται
ἡ μέρα νὰ φανῇ
τὰ ῥιζιμιὰ τῆς νύχτας νὰ γκρεμίσῃ
τὶς ἀνθισμένες κορυφές της
νὰ θερίσῃ
γιὰ νὰ στεφθῇ ὁ νέος ἥλιος βασιλεύς
στοὺς χίλιους τῶν ματιῶν σου οὐρανούς

*

ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ

Δυτικὰ τῆς ψυχῆς μου
τὰ μάτια σου ἀνθίζουν
καὶ τῆς νύχτας τὸ μαῦρο ῥουφοῦν
τὸ κρύο τὸ αἷμα
καὶ δυὸ ἥλιοι ἀπ’ τ’ ἄνθη ἀνατέλλουν
ποὺ τὴν κάθε μου μέρα γεννοῦν
’κεῖ ποὺ τὰ μάτια σου ἀνθίζουν
δυτικὰ τῆς ψυχῆς μου

*

ΠΩΣ

Ὄχι
Τὸν θάνατον δὲν τὸν φοβᾶμαι
Πές μου ὅμως
Πῶς τὴν ἰδέα τῆς ἀπουσίας μου ν’ ἀντέξω
ἀπὸ τὴν κάθε λύπη σου
ἀπὸ τὴν κάθε σου χαρά
ἀπὸ τὶς στενοχώριες σου
καὶ τὰ προβλήματά σου

Ποῦ θά ’μαι ἐγώ
Δὲν θά ’μαι ἐδῶ

Τὰ σκοτεινά σου μονοπάτια νὰ φωτίσω
Τῶν ἐμμανῶν τὶς ὄχθες ποταμῶν
στὸ διάβα σου νὰ γεφυρώσω
Στὸ κάθε σου ἀδιέξοδο
νὰ φτειάξω δρόμο διεξόδου μυστικό

Δὲν θά ’μαι ἐδῶ
Τὰ δάκρυά σου μὲ στοργὴ νὰ μετατρέψω
σὲ ἄνθη κρύσταλλ’ ἀπὸ γέλιο καὶ χαρά
Τὴν εὐτυχία σου ξανὰ νὰ κοινωνήσω
μεταλαμβάνοντας τὸ φῶς τὸ ἱερόν
τὸ ἅγιον καὶ θαυματουργόν
αὐτὸ τοῦ γέλωτός σου

Ὄχι
Τὸν θάνατον δὲν τὸν φοβᾶμαι
Ὅμως κάθε φορὰ πεθαίνω
στὴν σκέψι στὴν ἰδέα
πὼς δὲν θὰ σὲ ξαναδῶ
Πὼς δὲν θὰ ξαναθωρήσω
αὐτοὺς τοὺς ἥλιους τοὺς σκαστούς
στὴν ἀστερόεσσα ματιά σου
στ’ ἀστερωπὸν χαμόγελό σου

Στὴν σκέψι στὴν ἰδέα
πὼς δὲν θά εἶμαι ἐδῶ
στὴν ἀγκαλιά μου τρυφερά
πάλι νὰ σὲ κρατήσω
τὸ χάδι μου νὰ σοῦ προσφέρω
ἁβρῶς νὰ σὲ φιλήσω
καὶ πὼς δὲν θὰ ’μπορέσω πιὰ
ξανά
ποτὲ ξανά
ἕστω καὶ γι’ ἄλλη μιὰ φορά
νὰ σοῦ δείξω
νὰ σοῦ πῶ
πόσο πολὺ σὲ ἀγαπῶ

Κόρη μου
Πές μου λοιπόν
Πῶς τὴν ἰδέα τοῦ θανάτου νὰ ἀντέξω
Εἶναι ἀβάσταχτη
καὶ μὲ συντρίβει