Κάπαρη
Μιά τυχαία δουλειά μ’ έφερε πρωί στη γειτονιά σου.
Τις πιο πολλές φορές παραμονεύω το σούρουπο –
άλλες πάλι, μεσάνυχτα για το ‘καληνύχτα’.
Σήμερα όμως γυρνάω στη λιακάδα.
Εκεί στον τοίχο που χωρίζει τα εγκαταλειμμένα απ’ το δρόμο
πρόσεξα , για πρώτη φορά, μία μεγάλη κάπαρη
να κρέμεται από ψηλά.
Τουλάχιστον αυτή ανθίζει
και καρποφορεί.

Το περγαμόντο
Ξημέρωμα, ταξίδι για το χωριό.
Φτάσαμε με συννεφιά και μπόρα.
Βροχερός Ιούνης, σφράγισε το καλοκαίρι σαν μια πρόωρη ματαίωση.
Δεν είναι βέβαια λόγος αυτός να μας χαλάσει το κέφι.
Μήπως ήταν καλύτερες οι περσινές και προπέρσινες λιακάδες;
Εκεί, θες δε θες, αρχίζουν οι ρημάδες οι προσδοκίες.
Έστω και με αδιάβροχο κάθομαι στην αυλή να παρακολουθώ τα περγαμόντα που μεγαλώνουν.
Ένα μεγάλο απέμεινε στην κορυφή. Περσινό.
Ώριμο δείχνει, αλλά φοβάμαι πως αν το κόψω, θα ‘ ναι από μέσα τζούφιο.

Το νυχτολούλουδο
Φέτος δεν ήθελα να με βρει στο σπίτι.
Τη μέρα που άλλος ένας χρόνος μου φορτώνεται, ας ήμουνα αλλού.
Στο νοικιασμένο μπαλκονάκι από κάτω, λίγη πρασινάδα, να ξεγελάει της πόλης το καμίνι.
Το μόνο που ξεχώριζε, ήταν ένα νυχτολούλουδο.
Τόσο ψηλό και εύρωστο δεν είχα ξαναδεί.
Σωστό δέντρο.
Χρόνια παιδευόμουνα στα ξένα να μου φτουρήσει ένα.
Δύσκολο φυτό.
Εύκολα καίγεται η αρρωσταίνει.
Κι όταν κάπως τα κατάφερα και άνθισε, κατάλαβα πως οι νύχτες του Βορρά ήταν πολύ ψυχρές για ν’ απλωθεί η μυρωδιά.
Ενώ αυτό το ζήλεψα.
Εδώ ανήκει και θα συνεχίσει να ψηλώνει.
Κρίμα που το δωμάτιο το ‘χα απλά νοικιάσει.

Καναπίτσες
“Αυτή αντέχει στον ήλιο και δε θέλει συχνό πότισμα”, μου λέει ο ανθοπώλης, δίνοντας μου μιά λυγαριά.
“Στο χωριό μου τις λέμε καναπίτσες. Όταν μια νέα τις δει ανθισμένες, πρέπει να κόψει ένα κλαράκι για να μην την αφήσει ο καλός της.”
“Προλήψεις”, μου κάνει, τυλίγοντας την. “Ορίστε, ένα τάληρο!”
Ένα μήνα τώρα στο μπαλκόνι δεν έχει σταματήσει να διψάει και να ξεραίνεται.
Να φταίει που είναι σε γλάστρα; Καλή η φροντίδα, μα αλλιώς ριζώνουν ελεύθερες στο χώμα. Να φταίει που φθινοπώριασε και σε λίγο θ’ αρχίσει να φυλλορροεί;
Άργησα κι εγώ να την βρω.
Λένε ότι το ζουμί απ’ τα φύλλα της καταλαγιάζει τον πόθο. Μικρή παρηγοριά βέβαια, αν σου ΄χει ξεραθεί.