Στο Κράτος των Αντινομιών

θα ενθρονίσω το παράδοξο

κι υστερικά θα πολεμώ

μέχρι να πέσει.

 

 

Η φύση μου.

Είμαι η μήτρα του εθνικού επιβιωτισμού, γεννάω πατριώτες. Στα όρια του φαντασιακού σας, ούτε άνθρωπος ούτε γυναίκα, στα χρόνια της μεγάλης κρίσης να πλάθω συνειδήσεις. Και κρέμεται απ’ τα στήθη μου το έθνος και κραυγάζει κι αποκτώ μαζί παιδιά κι αξία. Στη θερμοκοιτίδα μέσα, απάνω στο βρεφικό κορμί χαράξατε ανάγλυφο μη τυχόν ξεχάσετε ποια είμαι.Μια επιθετική μεταφορά, τέτοια ανάγνωση αρμόζει καθώς το δάχτυλο σαλιώνει και τ’ ανάγλυφό μου διαπερνά κι εγώ με μάτια παιδικά σαν ενήλικη με βλέπω, κι έκβαση πολέμου αντιδραστικού στο κορμί μου αναζητώ. Πάντα μετρώ ήσυχα τα  σημάδια μου, μη ταράξω τις βεβαιότητες των άλλων.

Είμαι μια μορφή εκτόνωσης για τον ανδρικό κομπλεξισμό. Δεν έχω καμία θέση μέσα στον κόσμο του κι αυτός δεν έχει θέση στον δικό μου κι όμως συνυπάρχουμε κι ίσως επιβιώνω. Εκπέμπω σ’ ενδιαφέρουσα συχνότητα, μα οι κεραίες μου βρίσκουν γυάλινο ταβάνι. Προορισμένη για πολλά, ικανή για τίποτα, δεσμοί συνάφειας με ό,τι κακό υπάρχει στον κόσμο, στο περιθώριο πάντα της ιστορίας που ξέρεις ν’ αφηγείσαι. Αντάρτισσες, ορφανές, ζητιάνες φουμάρουν στην άκρη της σελίδας μου, γεράσανε κι αυτές, μαζί μ’ εμένα. Πότε προλάβαμε να μάθουμε δε ξέρω, μωρά παιδιά… Μπορεί και να μη μάθαμε ποτέ εν τέλει, ναι ίσως δε μάθαμε ποτέ, γιατί αν ξέραμε κάτι θα λέγαμε, κάπως με λέξεις ή με χρώματα θα σηκώναμε κεφάλι. Φέρτε τα ρολόγια σας να τα σπάσω, να δώσω άλλοθι σε μυαλά συντηρητικά που θα σας πίνουν ακόμα το λαρύγγι σε είκοσι χρόνια από τώρα.

Λένε για τον Ήλιο ότι σαν βγαίνει κόκκινος είναι γιατί σκότωσε τη μάνα του, ακούς; που δεν του είχε έτοιμο το φαγητό. Κι η γυναίκα του η Σελήνη γι’ αυτό βγαίνει μόνο κρυφά, άκου με, τη ζηλεύει εκείνος‧ και έρχεται όταν δύει ο Ήλιος και φεύγει πριν ανατείλει. Μάνα, μ’ ακούς; Κάτω απ’ το βλέμμα σου ξύπναγα και κοιμόμουν, διάλεγα ρούχα και γκόμενους, πηδιόμουν κι άφηνα το πιάτο άπλυτο πάντα στον νεροχύτη. Είσαι κι εσύ φορέας μάνα, τον κουβαλάς τον ιό, έχει ριζωθεί και δε ξεφεύγεις. Σ’ έθρεψε και σε θρέφει και σε βάζει απέναντί μου κι όχι δίπλα μου. Δεν είμαι εγώ ο εχθρός ρε μάνα.

 

Οι φίλες μου.

Οι φίλες μου κι εγώ την ξέρουμε τη βία της πατριαρχίας, από πρώτο χέρι – κι από δεύτερο κι από τρίτο. Δε φοβόμαστε την ορολογία, κάποιες δε φοβούνται ούτε το σημαινόμενο. Επέζησαν. Φοβάμαι να τις πω θύματα, μη νιώσουν αδύναμες σε μια κοινωνία που προσπαθεί να τις πείσει ότι φταίγαν που δεν ήταν δυνατές.  Είναι λεπτή η τέχνη της προσποίησης‧ κανέναν δεν αφήνουμε να μας μάθει. Με αύρα συμποτική, σε λυρικό συγκείμενο, βάζουμε νερό στο κρασί μας όποτε κάποιος μας λέει ότι μας ξέρει καλύτερα απ’ όσο εμείς τις εαυτές μας. Κι έχω μια συμπάθεια για τους αυτόκλητους συμβουλάτορες, τους καλοθελητές. Μοιράστηκα με πολλούς τα χρόνια της ήβης. Η ζωή μας, συζήτηση στρογγυλής τραπέζηςμε εμάς στη μέση,σαν κούκλες πορσελάνινες, με πάνινες φουστίτσες· μια φόρτιση αιώνωντρέφεται από τις σάρκες μας και γυμνές πορσελάνες μας αφήνει.

Μεθοκόπι, άνευ ετέρου, στη ζωή μας σε θέση οργανική. Τα προβλήματα κρέμονται πάνω απ’ τα κεφάλια μας σα ναυάγια, έρχονται και κάθονται στο γυάλινο ταβάνι και νομίζω θα πέσει να μας πλακώσει. Τρία τέταρτα της ώρας για κάθε χειρόγραφο σ’ ένα πάτωμα γεμάτο χαρτιά, μια αποθήκη αισθημάτων, λέξεων κι αδιεξόδων. Είναι ρήγμα στην κρατούσα γνώμη η ποίηση, αντίλογος στο προφανές, το σχήμα του ασυλλήπτου. Έχει παλμό δικό της κι ένα θράσος αφρούρητο που ψάχνει στεριά ν’ ακουμπήσει. Για μια φίλη τώρα, θα συνθέσω λεσβιακή μονωδία. Εκείνη είχε δυο μάτια ιβουάρ, βλέμμα γυάλινο και τα σκυλιά στη γειτονιά ποτέ δεν της γαύγιζαν, είχε τρόπο και τα δάμαζε, το ίδιο και τους άνδρες‧ από μικρή το γνώρισε, το αφόρητο βάρος της αρεσκείας. «Δε θα το πιστέψεις φίλη», της είπα, «αλλά είμαι φύσει αισιόδοξη κι έχω πίστη μέσα μου. Πιστεύω σε εμάς, γιατί εγώ κι εσύ και ξέρουμε και τολμάμε. Εμείςείμαστε ρε γαμώτο».

Όλες οι κοκκινοσκουφίτσες γίνανε ερημίτισσες. Βάλανε μια κόκκινη σφαίρα στο καλάθι τους κι ανέβηκαν στα κορφοβούνια, και τώρα αγναντεύουν αμίλητες τα πελάγη κι άμα τύχει και πέσουν η μία πάνω στην άλλη, κάθονται αμίλητες πάλι και τρώνε μαζί, μοιράζονται μια κοινή ιστορία σιωπηλά κι ύστερα παίρνει κάθε μια τον δρόμο της. Αυτοεξόριστες‧ μη μείνουν η εξαίρεση που βεβαιώνει τον κανόνα.

 

Ο έρωτας.

Ο πιο κυνικός τεχνοκρατισμός του έρωτα είναι το συμβατικό φλερτ, αυτά τα τελετουργικά κι οι υποκρισίες που βλέπουμε στις ταινίες, μέσα σε τραίνα και πάνω σε γέφυρες, κάτω από ουρανούς μ’ αστέρια που δεν κρύβονται ποτέ στα φώτα της πόλης.Κι εγώ τέτοιες υποκρισίες τελετουργικές τις βαρέθηκα και στην ανθολογία σου δεν πρόφτασα κάπως να εισφέρω. Αρθρώθηκα με τον Μποντλαίρ και τον Ρεμπώ και ξέχασα ακόμα και τ’ όνομά μου πώς προφέρεται, κι απέκτησα καινούριο να μπορέσει να σταθεί κάπου ανάμεσα στη Γώγου και στον Μίλλερ· και πήγαιναν τα ποτά κι ερχόντουσαν, κι ηδονίζονται ξέρεις πάντα στα λόγια μου κι εγώ μοιράζω κουβέντες σαν καραμέλες κι ούτε μου περνάει απ’ το μυαλό ότι η δική μου η βαρύτητα, που είναι κατάδική μου και κανενός άλλου, αυτούς θα τους βροντήξει στο έδαφος και θα σείεται το σύμπαν μου μετά. Και θα σπαράζει.

Κι εγώ πολλάκις ενέδωσα στο τίποτα, χωρίς την ελπίδα να γίνει κάτι. Το τίποτα φθορά δε ξέρει, κι είναι όμορφη η στιγμή σα νιώσεις μέσα σου πως αυτό που προσδοκάς δε θα ‘ρθει. Απώλεια τελεσίδικη, μα τίποτα δε χάνεις.

Ο άδακρυς πόνος του εφήμερουστα σωθικά δε φτάνει.