ΜΙΚΡΗ ΜΕΘΟΡΙΟΣ

Για έναν έρωτα πλάνητα
σκορπίστηκα στου Αχέροντα τις όχθες.

Κι ενώ το ήξερα
πως θα χαθώ
ορμώ.

Όλοι οι νεκροί μου εκεί
μουγγοί και τυφλοί
ανάσα καμιά.

Το αίμα χορδή
ηχείο στις φλέβες
τα κομμάτια μου διεκδικώ.

Κι ενώ λαχταρώ
να το βάλω στα πόδια
ρευστή δίχως ρίζες

τα χέρια κλαδιά
διαπερνούν τις ουλές
τα μαλλιά φυλλώματα
ασημίζουν στο σκότος

το στήθος
-ω, το στήθος-
στον πυρήνα του
η μικρή μου μεθόριος.

Επιθυμία αιφνίδια
να ζήσω ξανά.

Ενώπιος ενωπίω εαυτόν

απ’ τις κορφές ως τις εσχατιές
στο γύρισμα της τρικυμίας
αναβλύζει το φως.

Δεν υπάρχει έρωτας
δίχως αποτρόπαιο βάθος

χωρίς τα θραύσματα
κι ο Όλυμπος πεδιάδα.

ΨΩΜΙ ΧΟΙΚΟ

Σακάκι μάλλινο
το νυφικό τους σεντόνι
φωλιά για ζωύφια.

Κάδρο
ξεχασμένης παρθένας
στο ράφι.

Κορμός στην αυλή δωρικός
ό,τι απέμεινε
από σερνικό.

Το δείπνο αναμένουν.

Θα τη φιλέψει
ρίζες βαθιές
υγρά βογκητά.

Θα τον κεράσει
χώμα ξύλα
και στάχυα.

Τα στήθη καρποί
φλεγόμενο καμίνι

το ζυμάρι
καρβέλι σκληρό

χείλη ανθός
νεογέννητο φως

φιλί πνοή
ψωμί χοϊκό.

κάτω απ’ το σακάκι
ο θάνατος λιώνει.

Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΩ

Στον Φρίντριχ Νίτσε

Ό,τι αγαπώ
τ’ αγαπώ καλύτερα
το φθινόπωρο.

Αγαπώ
το θλιμμένο δέντρο
που φέρει το πρόσωπό σου.

Τον βράχο
που αντιστέκεται αιώνες
στ’ άγγιγμα του καταρράκτη.

Το ζαρκάδι
σαν αφήνει την πνοή του
στα χείλη του κυνηγού.

Το κίτρινο
της καστανιάς θρασίμι
που πλάι στο αιώνιο έλατο
φυτρώνει.

Το σύννεφο –
ενώ κυνηγά την κορφή
ερωτοτροπεί με την πτώση.

Το χώμα
σαν ανοίγει διάπλατα
στόμα.

Τις μαύρες σταγόνες
όταν ραπίζουν αδίστακτα
τα σκουλήκια

φτύνουν κατάφατσα
τις αλήθειες.

Αγαπώ
τις λιονταρίσιες ψυχές
με τα μακριά ποδάρια

που ποθούν το γκρέμισμα
στην παλίρροια του Μεσημεριού.

Δεν ανήκουν στο σήμερα
τα παιδιά τους δέντρα του μέλλοντος
η σπορά τους σύντροφοι αρνητές.

Ό,τι αγαπώ
τ’ αγαπώ καλύτερα
το φθινόπωρο.

Στο χνώτο του ελάτου
νικιέται ο θάνατος.