Σας ευχόμαστε Καλό Καλοκαίρι!  Το ΠΟΙΕΙΝ θα είναι ξανά μαζί σας με νέες δημοσιεύσεις τη Δευτέρα 23 Αυγούστου.

 `

sovenha vos a temps de ma dolor  –

 

Α.

 

Ψιθύριζε τ’ όνομα ενός άλλου, γυμνή καθώς κοιμόταν πλάι μου

Και τα κάρβουνα, που τα χω στην καρδιά μου, αναφλέχθηκαν ξανά.

Λιγοστές κι αδύναμες απέμειναν οι μαρμαρυγές, να φωτίζουν

Αυτό που κάποτε ήταν και πια δεν είναι, την έσχατη ηδονή από

Τα έσχατα χάδια μιας έσχατης γυναίκας σε μια έσχατη εποχή.

Μην θρηνείς που πια δεν βλέπεις θαύματα,

Μην θρηνείς για πράματα που ξεθωριάσαν,

Υπήρξε κείνη η εποχή που οι λέξεις μάς κάναν αθάνατους,

Και το καλαμάρι υπάκουγε στοργικά σ’ ευγενείς χειρισμούς

Και οι λογισμοί μας ήταν δικοί μας, μόνο δικοί μας, υπήρξε.

Η πανάρχαια κατάρα του ανθρώπου γκρεμίζει αυτόν τον θίασο

Κι απομένει ένας ηθοποιός, πρίγκιπας και τρελός, μονάχος

Σε παλκοσένικα αδειανά και μπαλκόνια ακατάδεχτα,

Στα ερείπια, ν’ απαγγέλει στίχους που δεν καταλαβαίνει.

Αυτό που πιότερο απ’ τα συντρίμμια τον θλίβει, είναι πως

Τα δάχτυλά του σκίστηκαν απ’ τις σελίδες που ολημερίς γύρναγε,

Αυτός, ανθρωπάκος σκονισμένος και ξερός, ματωμένα χέρια,

Δακρυσμένο βλέμμα, τέτοιο το βασίλειο, τέτοια η δόξα, τέτοια

Κι η γκρεμισμένη πύλη του ανακτόρου με τα μεγαλοπρεπή τα τόξα,

Που κάποτε κάποιος μπορούσε πάνω της να θρηνήσει ή να διαβάσει

Ή απλά να θαυμάσει αισθητικές που άνθρωπο τον εστέφαν.

Ξέρω πως είμ’ Αχαιός κι είστε κυανοπρώροι Τρώες

Μα μην μ’ αφήσετε εδώ, μονάχο να πεθάνω

Ανάμεσα στα τέρατα, στην ανόσια την φύτρα,

Ανάμεσα σ’ όσους δεν γνωρίσαν έρωτος τυραννικού ρήτρα.

Οι μαρμαρυγές σβήνουν με το τελευταίο φως

αυτής της σπλαχνικής ημέρας

Κι ότι ήταν, τώρα είναι μια νεκρή αλληγορία·

Mundus senescit.

 

 

Β.

 

Θέρος υγρό, θέρος άσπιλο, θέρος ζεστό,

Εποχή που έδωσε τον πρώτο άγουρο καρπό

Και συγκίνησε την οργισμένη μου άγνοια.

Ένας σωρός σπασμένα είδωλα, ματαιότητες,

Δεινά δεινού απελπισμένου, βεβαιότητες

Περί του αλάθητου της σκοτεινιάς, απαίδευτος

Στους τρόπους της καρδιάς, στις τροπικότητες

Της παρθένου, ῥῦσαί με απ’ τις χυδαιότητες

Του σφαλερού μου δαίμονος. Έτσι ήταν στην αρχή.

Δέομαι, ῥῦσαί με τοῦ βορβόρου.

Άφησε με στον κόλπο σου να εισέλθω γλυκιά πλησμονή,

Εκεί που αιώνια θα με υψώνεις στο υπερβατικό σου βάθρο.

Μαύρα μακριά μαλλιά, μάτια μορφωμένα απ’ την ομορφιά,

Κορμί αξιοζήλευτο ακόμη κι απ’ τις θεές της ζήλιας,

Οργίζονται και καταριούνται με χρυσούς καρπούς στα χέρια.

Τριαντάφυλλο, το φιλί σου προσδοκούσα,

Τριαντάφυλλο ζεστό, μ’ έσωσες

Εμένα που σ’ έκοψα απ’ την απραξία,

Εμένα που σ’ έκοψα μ’ ανώριμη βία.

 

 

Γ.

 

Άρχισα απόψε την βραδιά μου χωρίς μεγάλες προσδοκίες,

Βλέποντάς σε όμως τώρα, δεν είμαι και τόσο σίγουρος

Για την αποτυχία της να κεντρίσει το ενδιαφέρον μου.

Δες, σε παρατηρώ εδώ και ώρα να διορθώνεις τα μαλλιά σου,

Ευχαριστημένη -θα τολμούσα να πω- για την προσοχή μου.

Ζούμε γι’ αυτά τα αναπάντεχα, δε νομίζεις;

REGNABO.

Ήθελα να σου πω πως σπάνια θα κάνω τόσο άγαρμπη κίνηση,

Θεωρώντας τόσο τολμηρά την ανταπόδοση σίγουρη,

Ιππεύοντας άγρια φοράδα σε εδάφη με κλίση επικίνδυνη,

Καλούμενος τόσο σφοδρά από μια τόσο εντυπωσιακή αύρα.

Λογικά είσαι δεσμευμένη, δεν γίνεται να είμαι ο μόνος που

Μαγεμένος από την καλλονή, βρήκε ένα τόσο ανόητο θάρρος.

REGNO.

Νου και σώμα δικά μου, στα προσφέρω σαν δικά σου να ‘ταν,

Ξένος αισθάνομαι πια μεσ’ την ίδια μου την σάρκα αν δεν σ’ αγγίζω,

Ολόκληρος έν’ αφιλόξενο δάσος, πριν ενδεής παρατηρήσω

Το ξέφωτο της ύπαρξής σου, τις εύφορες γαίες του κορμιού σου.

Πριν ήμουν χαμένος, μα τώρα από αλήτης γίνομαι προσκυνητής,

Ρυπαρός, που μόνο η τέχνη του έρωτά σου μπορεί να εξαγνίσει.

REGNAVI.

Σώσε με, ταξιθέτρια της βούλησής μου, των λογισμών μου εχθρά,

Τέλειωσε την βάσανό μου ανάμεσα στα αλαβάστρινά σου πόδια,

Υπό του κορμιού σου πρόσφερε μου την αταραξία των θεών,

Φύλαξε με μέσα σου σαν ο ήλιος ανατείλει και σκορπίσει

Χρήσιμες κι εκτυφλωτικές ακτίνες σε όσα την βραδιά μας ζηλεύουν.

Ψόγος στον έρωτα μας δεν χωρά, το ψύχος δεν έχει θέση, πάει τώρα

Ώρα που ολοκληρώθηκες και πια δεν θα σαι ολόκληρη.

SUM SINE REGNO.

 

 

Δ.

 

Κατέβηκα απομεσήμερο στο καφέ

Με το νου βαρύ και το κεφάλι σκυφτό, υπό το βάρος

Μιας δουλειάς πολλών αιώνων.

Βήματα, ράθυμες κουβέντες, σουρσίματα,

Αντήχααν στ’ αυτιά μου σαν ένας μακρινός σκοπός

Που ολοένα και ξεφτούσε μέχρι που έγινε σιωπή.

Ο κόσμος τελειώνει σ’ ένα καφενείο·

Όταν τα φαντάσματα τερετίζουν σαν τριζόνια, ρίξε μια ματιά.

Το τσίγκο των αργυραμοιβών, το γέλιο των προδοτών,

Ο κομπασμός των μετριοτήτων,

Και τότε την είδα.

Μου φτιαχνε τον καφέ με την προσήλωση

Που θα διάβαζε ένα βιβλίο ή θα έκανε τον έρωτα.

Τα ντελικάτα χέρια της ρίχνουν

Δυο κουταλιές ζάχαρη, τρείς καφέ, ο κόσμος τελειώνει.

Τα μάτια της κοιτούν προσεκτικά πίσω απ’ το απόλυτό τους γαλάζιο,

Τα μαλλιά της μαύρα πέφτουν προσεκτικά στην λευκή επιδερμίδα των ώμων της,

Τα μεριά της τυλιγμένα προσεκτικά από ένα άστοργο, σκληρό ύφασμα.

«Ο καφές σας»

«Ευχαριστώ πολύ»

O quam te memorem virgo?

Και φεύγει πάλι πίσω από τον πάγκο

Κι οι θόρυβοι που πριν λογίστηκαν ασθενείς,

Τώρα με τρελαίνουν.

Προσεκτικά.

Καμώνομαι πως διαβάζω και ρίχνω κλεφτές ματιές

Σε ένα πανάρχαιο δράμα που τώρα μόλις ξεκίνησε,

Γεννημένο μεσ’ την ακατέργαστη αυτή γωνιά του κόσμου.

Σκοτεινιάζει το απομεσήμερο, οι νεκροί αρχίζουν να μιλούν.

…quae ab illo interfecta perhibetur…

…tollet nulla dies hanc tibi, Roma, notam…

οὒς ἐθεν εἴνεκ᾽ ἔπασχον ὑπ᾽ Ἄρηος παλαμάων

τὴν μοὶ δόσαν υἶες Ἀχαιῶν

…and many landes and rychesse have I forsaken…

«Πρέπει να κλείσω ταμείο. Είναι εύκολο να με πληρώσετε;»

«Φυσικά. Κράτησε τα ρέστα. Τ’ όνομά σου;»

Χαμόγελο αμήχανο, μια κλεφτή ματιά, «πρέπει να πηγαίνω».

Τα νομίσματα μαρμαίρουν ελαφρά στο τσίγκινο τραπέζι μου,

Τα μάτια μου τυφλώθηκαν, μα τώρα βλέπω·

Φεύγοντας, αφήνει δειλά ένα χαρτί, γραμμένο ένα νούμερο,

Εκεί που βρυχάται θύελλα θαλασσινή κι οι άνεμοι μανίζουν.

Στο ημίφως του βραδιού εκείνη κείται πλάι μου

Γυμνή, ακίνητη, σκιά που έχει σώμα

Κι εγώ στο ίδιο το χαρτί γράφω τούτες τις αράδες,

Δουλειά πολλών αιώνων.

 

 

E.

 

Γλυκιά εχθρά μ’ απόκαμαν τα χάδια σου,

Κυρία Πίκρα σ’ ονομάζω τώρα πια.

Στις νύχτες μας, στην σχόλη την μενεξεδιά

Θα δώσω τέλος στα ιώδη βράδια σου.

Η Τύχη αναλίσκει τα πετράδια σου,

Η Μέριμνα δικαίως -φεύ- στην λησμονιά

Σε δίδει κι η Οργή, μαρμαίρουσα φωτιά,

Φλογίζει παθιασμένα τα μαγνάδια σου.

 

Ουράνια ανάβαση δεν κήρυττε

Ο έρωτάς σου, μα σαρκώδη φυλακή,

Οι πύλες σου στην κόλαση οδήγαγαν.

Στα στήθη σου, ο διάβολος διακήρυττε

Οσία την οργασμική σου υλακή·

Τα κάλλη σου τον ουρανό απήγαγαν.

 

 

Z.

 

«Τι σκέφτεσαι;»

«Σκέφτομαι πως είμαστ’ έρμαιο στων ποντικών την δράση·

Σκέφτομαι πως τώρα που η γλώσσα μου έγινε στυφή,

Τίποτε δεν θέλω άλλο πιά, παρά θέλω μόνο οι στίχοι μου

Να τραγουδιούνται απ’ τις γυναίκες του λαού, καθώς

Νερό κουβαλούν από τις βρύσες, χωρίς άλλη πορφυρή φράση»

«Ποτέ δεν καταλαβαίνω αυτά που λες.

Σκέφτεσαι; Μιλάς; Είσαι ζωντανός;»

Τα μάτια της διερωτώνται, φλογίζονται, συσπώνται.

Είμαι ζωντανός· γιατί θλίβομαι

Καθώς βλέπω μια κοπέλα το φόρεμα να ξαναφορά

Κι ακούω μια πόρτα να βροντά οριστικά,

Η θλίψη μου που τραγούδια δεν μπορεί να δώσει πια.

Όταν η γοητεία σας ηχήσει λαγαρή κι απ’ τους επαίνους χορτάτη,

Όταν οι ιερείς της περηφάνιας σας πουν πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος,

Όταν τ’ ανελέητο πρωινό με τις πύρινες σαΐτες του τον έρωτά σας κάψει,

Όταν ο πόνος σας δεν βρίσκει δικαιοσύνη και δικαστή να τον υποτάξει,

Κοιτάχτε τον ρημαγμένο πύργο, το κάστρο το αδειανό,

Την θάλασσα, τον ωκεανό, την ατέρμονη νύχτα των αισθήσεων·

Και θυμηθείτε με.