Φωτογραφία: Ευαγγελία Κυρτσούδη

`

 

«Μεγάλη παραλία, τεράστια… Από ψάρια; Πρόκα με σπάγκο έριχνες κι έπιανες… ό,τι τραβούσε η όρεξή σου» έλεγε ο πατέρας. Κάποια άλλη στιγμή μιλούσε για το οικογενειακό παρελθόν: «Ψαράς ήταν ο παππούς, Σμυρνιός… παιδί του λιμανιού… Στην Πελοπόννησο τους άφησαν… στην Ύδρα γνώρισε τη γιαγιά, σ’ ένα αρχοντικό παραδουλεύτρα… τα ψυχοπαίδια τότε τα ’χαν  για μεροκάματο… εε πώς αλλιώς;»

Με αυτά και με άλλα, πείστηκα τελικά ότι κατάγομαι από κάπου αλλού… μέχρι που ήρθε η προσγείωση, πού; Στην παραλία που έγινε φουγάρο. Φανταστείτε, λοιπόν, έναν πιτσιρικά να χτίζει πύργους από άμμο σε μια παραλία και, χρόνια μετά, ν’ ανακαλύπτει ότι η ακτογραμμή της περιοχής είναι βιομηχανικό ερείπιο. Στον λαβύρινθο της μνήμης, βλέπετε, ο καθένας κουβαλά την προσωπική του πυξίδα,  η χαρτογράφηση εικόνων απ’ την παιδική ηλικία διαρκώς μεταβάλλεται, τι απομένει τελικά; Τι να πρωτοθυμηθώ; Μυρωδιές και γεύσεις από φρούτα και λαχανικά, στους οπωρώνες και στα περιβόλια όπου έκλεινε  δουλειές ο μανάβης-πατέρας, άντε να τα βρεις αυτά πια… Μην ξεχάσω τις μεταλλάξεις ενός επωνύμου, μαζί με μια ιστορία προγονικών παθών και ελλιπών εξηγήσεων. Όσο για το τελευταίο, τι εννοώ; Μεταξύ άλλων, το δίδυμο παππούς-πατέρας ήταν του τζόγου. Μιλάμε για ξενύχτια, κυνηγητό απ’ την αστυνομία και άλλες ιστορίες του Φαρ Ουέστ. Ο παππούς έχασε τα καΐκια του, ο πατέρας ήταν παιχταράς, είχε στη ζωή του τη δασκάλα-μάνα για σιγόντο, ερωτευμένοι όπως ήταν μέχρι τέλους, αλλά μη γίνομαι κουραστικός…

Τι συνέβη τώρα με την παραλία; Ξεκοιλιάστηκε κυριολεκτικά απ’ τα ατσαλένια νύχια των εκσκαφέων, η άμμος έγινε πρώτης ποιότητας οικοδομικό υλικό. Το κάρβουνο για το πρώτο ατμοηλεκτρικό εργοστάσιο της χώρας ταξίδευε με τρενάκια απ’ το λιγνιτωρυχείο, ύστερα από μερικά χιλιόμετρα έφτανε στον τερματικό σταθμό, σ’ ένα μικρό επίνειο, για να καεί σε λέβητες, και ως ρυπογόνα ουσία να καταλήξει, μέσα από δυο σαραντάμετρα φουγάρα, στην ατμόσφαιρα. Ας μην πούμε για την οικολογική ανισορροπία του περιβάλλοντος χώρου, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μεταδόθηκε και στον άνθρωπο.  Τελικά, απ’ την παραλία, με τα χρόνια, έμειναν κάτι γωνίτσες με βράχια και λιγοστή άμμος, ίσα που έφταναν για πύργους και όνειρα παιδικών νυχτών.