Έξω από την παραλία

Γυρνούσαμε από την παραλία εννιά το βράδυ. Ζέστη έξω από την Αθήνα και τα αμάξια
κροταλιες στη μέση των δρόμων. Δύο άντρες μόνοι τους σε μια περιθωριακή καφετέρια. Όταν
τους βλέπεις αυτούς τους ανθρώπους είναι σαν να σταματάει ο χρόνος. Και όταν λέω
ανθρώπους μπορεί να είναι κάποιος μια ανθρώπινη οντότητα χωρίς όμως ανθρώπινη έκφραση.
Για σένα ήθελα να γίνω καλύτερος και να σβήσω τα σκοτάδια μου. Αέρηδες έξω από τις στάσεις
του προαστιακού. Και η ταπεινή κυριακάτικη σιγή γεννάει αμφιβολίες για το αν το ξεκίνημα της
βδομάδας είναι τελικά κάτι κανονικό
ή απλά ψυχοφθόρο.
Θα πάω να βάλω ένα ποτήρι με παγάκια στο κεφάλι μου και μετά θα ξεκινήσω να φεύγω.

Στη μέση των σπιτιών μας

Άκου με που σου μιλάω και
τα κλάματά μου τ’ αληθινά
ακόμη και αν δεν τα είδες
φαίνονται έτσι όπως σε αντανακλούν.
Απέναντί σου αντανακλάται μια τζαμαρία ένας αέρας ένα φως
ο αέρας στροβιλίζει το φως και πέφτουν με δύναμη στη τζαμαρία
Πώς το ‘κανες αυτό
Συναντιόμαστε καμιά φορά στη μέση των σπιτιών μας
εγώ ξεκινάω έξω από την πόρτα του γκαράζ και όλο αριστερά
περνάω το μπακάλικο στη γωνία που είναι πάντα σαν κλειστό
και τα σκαλάκια που βλέπουν το ηλιοβασίλεμα και το ολυμπιακό στάδιο.
Εσύ από κάπου πάντα θα έρχεσαι και αυτή παραμένει η ερώτησή μου.
Πώς το κανες
και βρεθήκαμε
και συνεχίζουμε όμως να ψάχνουμε ο ένας μέσα στον άλλον