Νύχτα παλίρροια των ερώτων…

Στον αφρό βγαίνουν οι λύπες μου, στο άκουσμα
της βαθύλαλης νύχτας,
εθελούσια παραδίνονται οι πόθοι στου σώματος
την ηδονή και
ταρακούνιονται τα σύμπαντα όλα, ένας
δασύς ήχος από φωνήεντα που αναθερμαίνουν την αίγλη του λεξιλογίου
γλιστρούν μες την ανεκλάλητη σιωπή και τρέπουν
την κάθε λέξη
σε φυγή
μπροστά στο νόημα της αγρύπνιας.
Φυγή στην φυγή έρχεται του ποιήματος η άμαξα και φέρνει
φεγγάρια δριμέα και αυτούσια που φωτίζουν
τον νου μου
που σκοντάφτει στα ρηχά και των ιδεών
το καμάρι στολίζουν
με την ατσιδοσύνη τους.
Όπου να κρύβεσαι θα σε βρίσκω
τεκμηριωμένη στον πόθο σου και στον έρωτα!

Απορία…

Σχεδιάζεις μέλλον και σου προκύπτει ζοφερό παρελθόν,
ακούς στην χαρά μέσα και η λύπη σου έρχεται, ποιός ορίζει
Την μοίρα και των γεγονότων η ακολουθία είναι σαν
μαδημένο λουλούδι που το ζωγράφισε
ένας κακός ζωγράφος πάνω στην ασπίδα που εγκατέλειψες
σε ένα πόλεμο που δεν τελειώνει;

Ο Χρόνος…

Ο Χρόνος καταγραφέας των πάντων,
Δρασκελά τις ώρες με κατάπληξη
Μαθητεύει στην σκληράδα του πόνου,
Λεπτομέρειες χρωματιστές στα κιτάπια του, λεπτομέρειες χάους
Και στα τσαχπίνικα δευτερόλεπτα αντηχεί η παθιασμένη του αναπνοή-

Όλα μεγεθύνονται μέσα του όλα ιριδίζουνε μια στιγμή ως να ατονήσει
Η προκοπή τους και να γίνει μια υπαίθρια λησμονιά
Που έρπει πάνω στα στιλπνά τα φύλλα
Των δέντρων που γιγάντωσαν το μπόι τους-

Μετέχω στην ζωή και τους θανάτους αποστρέφομαι
Απομυζώ πραγματικότητες, φιλοσοφούν επάνω μου τα κύτταρα
Ζω με τους σεβασμούς που διδάχτηκα, όπως
Να ήξερε καλά ο παππούς μου πόσο θα με συντροφέψουνε
οι λόγοι του στο αχανές του κόπου….

Ζωή με πρακτική συγκίνησης…

Ανεξήγητος ο κόσμος και ο Θεός κι αυτός ανεξήγητος
πάντα επάνω μας να δοκιμάζει κάτι. Τα χέρια του
λασπωμένα από δημιουργίες και Τόλμη
γραπώνουν την Αλήθεια την Αόρατη. Και πώς
να μην μεροληπτείς όταν με τόση
συμπάθεια το ζεις το Θαύμα και το μεγαλώνεις!
Άκυρος ο Χρόνος όταν να τον αποδιοργανώνεις καταφέρεσαι. Γεωμετρίες
φαιδρές αράδιασε ο Φεβρουάριος. Εσύ
με την αφράτη λέξη σου πλάθεις
εικόνες και ιδέες τόσες!
Ολόσωμη αυταπάτη,
αρχινισμένη μες τις κοινωνίες που καλείσαι για να ζεις
κι αγκαθωτός χειμώνας,
παρφουμαρισμένος με φοβίες και τρόμο.
Καραδοκούν ολόγυρα οι πραιτοριανοί, στοχεύουν
στην ψυχολογία σου την βουλιαγμένη.
Μουρμουρίζω κάτι ακαταλαβίστικα λόγια και παρακολουθώ
που νυχτώνει.
Αγριεύει κι άθελά μου το μέσα μου.
Εγώ ο νερόφιλος πώς ζω μέσα σε τόση ξηρασία;
Ανεξήγητος ο κόσμος κι ο Θεός κι αυτός ανεξήγητος.
Ανεξήγητη η Αγάπη, ο Έρωτας, το σμίξιμο
των σωμάτων. Ήρεμα, γλυκά πέφτει η νύχτα: καμπυλώνω
τα λεξιλόγια και τα συστρέφω, όπως κληματσίδες
της ορεινής Σαντορίνης να στέψουν τον μύθο
που πίστεψα: χέρια δοξασμένα, πράττουν την ζωή όπως
σοφά κάποιος πάντα θα κάνει.
Εδώ ζητώ να είμαι και ας σκορπιστώ παντού:
χους που τον έσυρε ολόγυρα ο αέρας…

Προσωπικό Επιμύθιο…

Χρεώθηκα την λάβα των εγκάτων
Κολάτσισα απελπισίας τα απομεινάρια
Κυλίστηκα μες τα λασπόνερα της λύπης-
Ζώστηκα φυσεκλίκια των ανέμων

Έπεσε βράδυ, ένιωσα να με κεντά η σιωπή
Και του αστεριού η ατσάλινη λόγχη˙
Σκύβει η νύχτα στα πολυάριθμα ποτάμια της και πίνει
Σώμα νερού που κάλπασε ως την λαλούσα θάλασσα-

Κολλήσανε των δέντρων τα κλαδιά με το αργυρό φεγγάρι˙
Πάντα ό,τι θα πλάθεται θα επαναστατεί
Ενάντια στον δημιουργό του!

Ανάμεσα στο πλήθος
Θα φάνταζα παράταιρος, με ζώσανε οι αυταπάτες
Και έκλαψα από χαρά που είδα ένα όνειρό μου από παντού να ξεστρατίζει
Και να τρανεύει ως τα δώματα του ουρανού!

Ευαίσθητη παρανομία…

Καλόγνωμες νύχτες, μυστικές
Που έφτασα ως το βήμα τ’ ουρανού,
Πεζοπόρος που κάτι Αθώο γυρεύει˙ και τις άλλες μέρες
Για να πάρω αυτό που μου αξίζει απ’ την Φωτιά
Κοντά στον Έρωτα πήγα
ν’ ακούσω τα χαμπέρια του.
Τι προστάζει η ζωή και το διαλύει ο θάνατος;
Ζοφερά γεγονότα ενσκήπτουν μέσα στην πικρή εποχή
Και χάνεις ό,τι κέρδισες.
Κι έτσι ναυαγισμένος στα ρηχά, ξανά
Να προσπαθήσεις πρέπει για ελευθερία που ματώνει.
Να η τελεία μου και να το φωτεινό θαυμαστικό μου-
Να ο καημός και να η πίκρα μου
Η λύπη μου και η χαρά μου – να!
Ενορχηστρώνουν μια κατάσταση αλλοπρόσαλλη
Και κρυφακούω πίσω απ’ τα σύννεφα
τα λόγια ενός παράξενου θεού…