Η ζωή όπως είναι

Ήταν η τελευταία μέρα του Σάββα στην πόλη. Είχε δει όλους τους πελάτες της εταιρίας και προσέγγισε αρκετούς καινούργιους. Γυρνώντας στο ξενοδοχείο, προσπαθούσε ν’ αποφασίσει αν θα σταματούσε να πάρει μερικά σουβλάκια ή κανένα μπέργκερ. Τα δύο προηγούμενα βράδια είχε ψωνίσει από τα ταχυφαγεία της περιοχής και τα είχε βρει ικανοποιητικά. Ή έστω πιο ικανοποιητικά από αυτά της προηγούμενης πόλης που είχε επισκεφθεί. Σε εστιατόρια δεν πηγαίνει. Για λόγους οικονομίας, λέει. Είναι αλήθεια ότι ο μισθός του έχει μειωθεί και με τη διατροφή που δίνει κάθε μήνα για την κόρη του δεν του μένουν πολλά. Είναι όμως αλήθεια κι ότι τόσα χρόνια που κάνει αυτή τη δουλειά δεν έχει συνηθίσει να τρώει έξω μόνος. Δεν του ακούγεται ωραίο να ζητάει τραπέζι για έναν, δεν του αρέσουν τα βλέμματα των διπλανών. Αλλά εκείνο το βράδυ το στομάχι του δεν ήθελε πρόχειρο φαγητό• τον ενοχλούσε λίγο περισσότερο από ό,τι συνήθως. Έτσι, σκέφτηκε να πάρει κάτι μαγειρευτό για έξω από καμιά ταβέρνα. Είχε δει μία κοντά στο ξενοδοχείο του. Την είχε προσέξει από την πρώτη μέρα. Ή, μάλλον, δεν την είχε προσέξει. Δεν είχε φώτα, ούτε καν ταμπέλα. Σαν παλιά μονοκατοικία έμοιαζε, με κουρτίνες στα παράθυρα, που έκρυβαν το εσωτερικό της. Είχε ακούσει ένα καμπανάκι να ηχεί καθώς η πόρτα άνοιγε κι ένα ζευγάρι έβγαινε έξω. Την ίδια στιγμή του ήρθε μυρωδιά από κοκκινιστό και, μέχρι η πόρτα να ξανακλείσει, ο Σάββας πρόλαβε να δει απ’ το άνοιγμα έναν σερβιτόρο να ισορροπεί στην παλάμη του το πιάτο με το αγαπημένο του φαγητό. Ένα μοσχαράκι με κόκκινη σάλτσα, αυτό θα ήθελε τώρα. Μόλις μπήκε στην ταβέρνα κοίταξε τριγύρω για την κουζίνα. Την εντόπισε και κινήθηκε προς τα κει, αλλά οι φωνές που ακούγονταν από μέσα τον σταμάτησαν. Κάποιος έδινε δικαιολογίες για
ένα λάθος. Κάποιος άλλος δεν τις δεχόταν. Ο Σάββας ήταν έτοιμος να φύγει, όταν ένας σερβιτόρος βγήκε βιαστικά από μέσα. Σχεδόν έπεσε πάνω του.
«Ήθελα να παραγγείλω», του είπε κάνοντας ένα βήμα πίσω.
«Καθίστε κι έρχομαι», είπε ο σερβιτόρος και χώθηκε πάλι στην κουζίνα.
«Για έξω», είπε ο Σάββας, κατεβάζοντας τον τόνο της φωνής του, μια και δεν τον άκουγε πια κανείς.
Παρατήρησε τότε ότι το μαγαζί είχε ελάχιστο κόσμο. Ήταν βέβαια καθημερινή και σχετικά νωρίς ακόμα. Δύο άντρες κάθονταν στο κεντρικό τραπέζι κι ένας τρίτος μόνος του σ’ ένα γωνιακό. Σήκωσαν τα κεφάλια, του έριξαν μια ματιά και συνέχισαν το φαγητό τους. Παρ’ όλο που κανείς δεν του έδινε σημασία, ένιωθε άβολα να περιμένει όρθιος. Διάλεξε το τραπέζι δίπλα στο παράθυρο. Τράβηξε λίγο την κουρτίνα κι είδε ότι είχε αρχίσει να βρέχει. Ο δρόμος ήταν άδειος. Παρατήρησε μετά το τραπεζομάντιλο. Δεν ήταν χάρτινο. Ήταν υφασμάτινο, κόκκινο καρό. Κοίταξε τριγύρω για κατάλογο. Δεν υπήρχε. Σ’ έναν μαυροπίνακα ήταν γραμμένες με κιμωλία οι σπεσιαλιτέ της ημέρας κάτω από ένα γνωμικό: Όλες οι θλίψεις είναι λιγότερο έντονες με ψωμί. Από τον Δον Κιχώτη, θα μάθαινε από τον σερβιτόρο αργότερα. Το ήξερε το βιβλίο. Το πρώτο μυθιστόρημα που εκτυπώθηκε• το χίλια εξακόσια κάτι.
Τους το είχαν αναφέρει σε ένα από τα σεμινάρια πωλήσεων της εταιρίας. Ο εισηγητής είχε κάνει μια σύντομη ιστορική αναδρομή της τυπογραφίας από τη Βίβλο του Γουτεμβέργιου μέχρι τις σύγχρονες ψηφιακές λύσεις. Τον είχε διαβάσει τον Δον Κιχώτη, διασκευασμένο για παιδιά. Ήταν η αγαπημένη ιστορία της κόρης του και του τη ζητούσε πάντα όταν την έπαιρνε μικρή τα Σαββατοκύριακα. Κάποτε την ήξερε σχεδόν απέξω. Τώρα δεν θυμόταν και πολλά. Τον Σάντσο Πάντσα, την όμορφη Δουλτσινέα, αυτά πάνω κάτω. Ο σερβιτόρος εμφανίστηκε και του άφησε στο τραπέζι φρυγανισμένο ψωμί με λάδι και ρίγανη, μαζί με ελιές κι ένα σφηνάκι τσίπουρο. Άνοιξε το στόμα για να διαμαρτυρηθεί, αλλά η μυρωδιά τον σταμάτησε. Είχε να φάει απ’ το πρωί. Δυο κομμάτια κέικ μαζί με τον καφέ στο ξενοδοχείο. Μετά, κι άλλοι καφέδες στους πελάτες που επισκέφθηκε για επίδειξη των νέων προϊόντων, αρκετά τσιγάρα ενδιάμεσα και λίγο νερό για να καταπιεί τα αντιόξινα. Τον ανακούφιζαν προσωρινά απ’ τις καούρες. Τελευταία ήταν πιο έντονες και πιο συχνές. Τον πρώτο καιρό είχε φοβηθεί, γιατί είχε και πόνο στον θώρακα. Ήταν
τότε που η γυναίκα του είχε αρχίσει ν’ απομακρύνεται. Κι ύστερα η εταιρία εξαγοράστηκε και φοβόντουσαν όλοι για απολύσεις. Κι εκείνος φοβόταν. Κι έκανε ό,τι μπορούσε για να παραμείνει σημαντικός. Καταλάβαινε όμως πως δεν ήταν. Ούτε για τη γυναίκα του, ούτε για τ’ αφεντικό του. Από ένα σημείο και μετά, ούτε καν για τον εαυτό του. Όπως μεταφερόταν από τον έναν τόπο στον άλλο, πουλώντας εκτυπωτικά μηχανήματα, σκεφτόταν καμιά φορά πως είχε ξεχάσει το πρότυπο του εαυτού του κάπου και κυκλοφορούσε σε κακοτυπωμένα αντίγραφα.
Όσο άκουγε τα ορεκτικά από τον σερβιτόρο, έφαγε μια μπουκιά ψωμί και δοκίμασε το τσίπουρο. Ήταν καλό. Κοίταξε έπειτα τα πιάτα στον μαυροπίνακα κάτω από το γνωμικό. Δική του ιδέα ήταν, του είπε ο σερβιτόρος. Το αφεντικό του είναι αγριάνθρωπος. Ζήτημα να έχει διαβάσει ένα βιβλίο στη ζωή του. Είναι όμως καθαρός και μαγειρεύει καλά, παραδέχτηκε τέλος. Ο Σάββας παρήγγειλε μια χωριάτικη και το μοσχάρι κοκκινιστό με μελιτζάνες. Ζήτησε κι άλλο τσίπουρο και μια σόδα.
Περιμένοντας, δεν ήξερε τι να κάνει. Όταν έτρωγε σπίτι ή στο δωμάτιο του ξενοδοχείου είχε πάντα την τηλεόραση ανοιχτή. Σπάνια παρακολουθούσε. Ήταν όμως μια συντροφιά. Τράβηξε πάλι την κουρτίνα. Η βροχή είχε δυναμώσει. Ένα νεαρό ζευγάρι κάτω από μια μεγάλη ομπρέλα προχωρούσε βιαστικά προς την είσοδο του μαγαζιού. Λίγο μετά κάθονταν στο διπλανό του τραπέζι. Η κοπέλα γκρίνιαζε. Η υγρασία είχε χαλάσει τα μαλλιά της. Ο άντρας πήγε να της τα χαϊδέψει. Εκείνη του έσπρωξε το χέρι. Ο Σάββας τράβηξε ξανά την κουρτίνα κι έκανε πως κοιτούσε έξω.
«Και τι είναι εδώ που μ’ έφερες;» την άκουσε να λέει.
«Έχει καλό φαγητό», είπε ο νεαρός. Σύντομα έφτασαν το ψωμί, οι ελιές και το τσίπουρο. Η κοπέλα ζήτησε κατάλογο. Ο σερβιτόρος τής έδειξε τον πίνακα.
«Τι σόι μέρος είναι αυτό, που δεν έχει έναν τυπωμένο κατάλογο;» είπε στον φίλο της μόλις έμειναν οι δυο τους.
Ο νεαρός τής μίλησε ήρεμα, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την επιλογή του. Δεν τον άφησε να τελειώσει. Σηκώθηκε για να πάει στην τουαλέτα, «που σίγουρα χάλι θα είναι».
Ο Σάββας σκέφτηκε να στραφεί διακριτικά προς το μέρος του νεαρού. Ήθελε να δει το πρόσωπό του, την αντίδρασή του. Άνοιξε όμως η πόρτα της κουζίνας και το γκαρσόνι εμφανίστηκε με το γεύμα του. Από μέσα ακούγονταν πάλι φωνές.
Μόλις το πιάτο βρέθηκε μπροστά του, βούτηξε μέσα ένα κομμάτι ψίχα και, ανυπόμονα, το έφερε στο στόμα του. Αφού κατέβασε την μπουκιά κοίταξε τον νεαρό στο διπλανό τραπέζι και τον είδε να μασουλάει το δικό του ψωμί. Την προσοχή όλων τράβηξε ο ήχος από το καμπανάκι της εξώπορτας. Ήταν ο σερβιτόρος που την άνοιγε. «Αν εσύ είσαι τρελός, δεν θα σε αφήσω να τρελάνεις κι εμένα!» φώναξε προς την κουζίνα προτού εξαφανιστεί.
Τότε ο Σάββας θυμήθηκε κάτι από τον Δον Κιχώτη. Τη συζήτηση με τον Καράσκο για την τρέλα.
«Ίσως η πολλή λογική να είναι τρέλα», έγραφε ο Θερβάντες. «Και τι μεγαλύτερη τρέλα απ’ όλες, να βλέπεις τη ζωή όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι».
Ο μάγειρας βγήκε βρίζοντας απ’ την κουζίνα κι έτρεξε πίσω απ’ τον υπάλληλό του. Η κοπέλα, που μόλις είχε επιστρέψει από την τουαλέτα, κάτι μουρμούρισε και σήκωσε τον φίλο της να φύγουν. Κι ο Σάββας συνέχισε να βουτάει το ψωμί του στην κόκκινη σάλτσα, που ήδη του είχε μαλακώσει τον πόνο στο στομάχι.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Ο διάλογος με τον Καράσκο για την τρέλα απαντά σε θεατρικές και κινηματογραφικές διασκευές του έργου του Μιγκέλ Θερβάντες καθώς και σε κάποιες συντομεύσεις για παιδιά, εφήβους και ενήλικες, αλλά όχι στο ίδιο το μυθιστόρημα. Το θέμα βέβαια της τρέλας και της λογικής επανέρχεται συχνά στο βιβλίο όπου ο Δον Κιχώτης περιπλανιέται αντιμετωπίζοντας τον κόσμο όχι όπως πραγματικά είναι αλλά όπως θα έπρεπε να είναι.

 

 

***************************************

Ένας επιστήμονας μελετά τους παράγοντες της μακροζωίας ενώ μια νοικοκυρά αποκαλύπτει τις αιτίες ενός πρόωρου θανάτου. Ένα αγόρι που αρνείται να μιλήσει γράφει την ιστορία του στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου κι ένας Έλληνας της διασποράς διαβάζει τη δική του σε αλλεπάλληλα στρώματα καταστροφής. Ένας νεαρός κρατούμενος ονειρεύεται τον κόσμο όπως θα έπρεπε να είναι κι ένας μεσόκοπος πωλητής τον αντικρίζει όπως είναι πραγματικά. Οικογενειακά μυστικά ξεδιπλώνονται σε παραχωμένα σημειώματα ενώ κάποια παραμένουν αθέατα σε μία ορθάνοιχτη ντουλάπα.

Ζεύγη παρόμοια και αντίθετα, οι ήρωες των 24 διηγημάτων μοιράζονται στιγμές μιας καθημερινότητας, κάποιες φορές απροσδόκητης, που μοιάζει όμως αναπόφευκτη. Κινηματογραφικά καρέ που, όπως κι αν μονταριστούν, προβάλλουν ένα πανόραμα της ζωής όπως είναι.

 

******************************************************************

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ (αναδημοσίευση)

Ηρώ Σκάρου: « Η ζωή όπως είναι» ή η ζωή όπως … πρέπει να είναι;

Είναι κοινοί και οι πρωταγωνιστές των ιστοριών ή είναι διαφορετικοί;

Κοινοί πρωταγωνιστές δεν είναι, με την έννοια ότι υπάρχει κάποιος βασικός πρωταγωνιστής, που τον ακολουθούμε. Οι πρωταγωνιστές είναι σύγχρονοι χαρακτήρες, δηλαδή άνθρωποι που θα μπορούσαμε να τους έχουμε κοντά μας , με την έννοια να ζουν στο διπλανό σπίτι. Πολλές φορές μπορεί να αναγνωρίσουμε και δικά μας στοιχεία σ’ αυτούς τους χαρακτήρες των ηρώων ή στοιχεία των ανθρώπων γύρω μας και αυτό για μένα είναι το πιο σημαντικό. Ότι μπορεί ένας αναγνώστης, αναγνωρίζοντας κάποια στοιχεία να ανοίξει και έναν διάλογο με τον εαυτό του και τους γύρω του. Σύμφωνα και με το feedback που παίρνω από αναγνώστες αυτό γίνεται και με ευχαριστεί πολύ.

Αποτελεί και μια προτροπή να βλέπουμε τη ζωή όπως είναι κι όχι όπως θα θέλαμε να είναι;

Ο τίτλος, που είναι εμπνευσμένος από μία φράση του έργου «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες, συγκεκριμένα η φράση λέει ότι η πολλή λογική να είναι τρέλα και τι μεγαλύτερη τρέλα να βλέπεις τη ζωή όπως είναι κι όχι όπως θα έπρεπε να είναι . Δεν προτρέπω να βλέπουμε τη ζωή όπως είναι, πιο πολύ όπως θα έπρεπε να είναι, αλλά το στοίχημα για μένα είναι ένας συγκερασμός των δύο. Στο έργο του Θερβάντες υπάρχει ο Δον Κιχώτης, που υπερβαίνει συμβάσεις και στερεότυπα και περιπλανιέται αντιμετωπίζοντας τον κόσμο όπως έπρεπε να είναι, αλλά έχει ως ακόλουθό του τον Σάντσο Πάντσο, ο οποίος είναι αυτός που τον προσγειώνει καθώς βλέπει τη ζωή με καθαρότητα και την αξιολογεί. Πιστεύω λοιπόν ότι το στοίχημα είναι αυτό, να υπάρχει συγκερασμός των δύο αυτών χαρακτήρων και μπορεί να επιτευχθεί. Να μην αρνηθούμε δηλαδή ούτε την πραγματικότητα, αλλά ούτε τις φιλοδοξίες μας.

Είναι αυτό κι ένα μήνυμα που θέλετε να μείνει και σαν γεύση στους αναγνώστες;

Ναι, ακριβώς, γιατί η ζωή των ανθρώπων δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Εμείς σχεδιάζουμε το ταξίδι μας, αλλά μπορεί να συναντήσουμε καταστάσεις που θα μας ωθήσουν σε αλλαγή πορείας. Ακόμη κι αυτές οι αναπάντεχες συνθήκες , είναι τελικά αποτελέσματα των δικών μας ενεργειών. Αυτές οι επιλογές μας είναι που καθορίζουν τη ζωή μας