Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
(με προσυμφωνημένες ομοιοκαταληξίες)

Για να σωθεί ο άνθρωπος οχ την αισχρή αμαρτία,
ιδού! Το αναμενόμενο παιδί θα γίνει
σωτήρας. Με παρειές φλεγόμενο ρουμπίνι
εθώρει παρεκεί πασίγλυκη η Μαρία.

Ω θαύμα αλάλητο! Το κλάμα του Μεσσία
τον κάθε λύκο αμνό θα κάμει, να μη μείνει
κανείς θνητός στη γης το γόνυ του να κλίνει
ομπρός στου φρόνιμου φιδιού τη γοητεία.

Σαν ηλιαχτίδα που τρυπά, για να περάσει,
γλυκά του κοχυλιού τη διάφεγγη γυαλάδα,
χωρίς τα κρούσταλλά του διόλου να χαλάσει,

έτσι ήβγε και το θείον Άνθος απ’ το Σώμα
το αειπάρθενο, κι η φάτνη με άπιαστη γοργάδα
τσ’ αγάπης έγινε του Θεανθρώπου δώμα.

`

*

ΣΤΟΝ ΚΟΜΗΤΑ ΠΑΥΛΟ ΜΕΡΚΑΤΗ

Την πρώτη μέρα που ο ήλιος μας λαμπρός να βγαίνει
οχ την Ανατολή θα δούμε και να λάμπει,
«Σιωπή!» θα ειπούμε στη φωνή μας που πηγαίνει
εκεί ψηλά στα νιόβγαλτα χορτάρια, θάμπη

να δρέψει. Αγέρι ερωτικό, απαλό ανασαίνει
παράπονά του ώς πέρα, ναν τ’ ακούνε οι κάμποι
και το ρυάκι γάργαρο, γοργό, αχ, ευφραίνει
τ’ αφτιά μου αρμονιζόμενο με του οστριογάρμπη

τις πνοές και του ζεφύρου. Αχ, ο ήλιος πώς ελάλει
παλιά! Και πάλι να λαλήσει το φλουφλούδι
του αγέρα, των νερών με μια μελωδία τους άλλη!

Εκεί κι εμείς να πάμε! Εκεί η χαρά μάς κράζει
να πάμε, να τονίσουμε χρυσό τραγούδι
με αγέρι που φυσάει, νερά να κατεβάζει.

 

*

Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Ότι έβγαλε ο Χριστός τον ύστατό του θρήνο
κι από ’ναν σπαραγμό εσείστηκεν η πλάση·
οι τεθνεώτες όλοι ενιώσαν τότε κείνο
τον φόβο, που ξανά μπορεί να σ’ ανεβάσει

στη γη. Άγγελος πεμφθείς εξ ουρανού, απευθύνο-
ντας λόγο ευθύς στους πάντες (σε άστεα, σε δάση
– παντού), φωνάζει για το θεϊκόν εκείνο
ον, που ’χε μόλις στο σταυρό τη ζωή του χάσει.

Αγίων απάντων τότε αναχεντρώθη η κόμη
και τα χλωμά τους μάγουλα μεμιάς γουβιάναν,
καθώς μπροστά τους ορθωθήκαν πλήθος τρόμοι.

Τον πόνο στην καρδιά του ο κόσμος βάναν
και νόμιζες ότι εθρήνουν τα βουνά, κι ακόμη οι
λειμώνες, που το θέατρο της θανής Του φτιάναν.

 

*

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Φως υπερούσιον ο Χριστός περιενδεδυμένος
σηκώθηκε απ’ το μνήμα του τον θάνατο πατώντας
θανάτω. Αθάνατος, υπέροχος, πανάγιος όντας
σαν κέδρος έστεκε σε ωριά βουνοκορφή υψωμένος.

Φτερά υπερούσια ετάνυζε ένας άγγελος σταλμένος
και «Ηγέρθη!» ανέκραζε περήφανα φωνοκοπώντας·
η όψη του, πυρή και ωσάν σμάλτο αστραποβολώντας,
εξάναβε στο βλέμμα του το φως με κάθε σθένος

νοητό οπλισμένο. Αστράφτουν κι άλλο τότε οι ουρανοί – αιώνια
μες στων ψυχών τα μάτια τη χαρά έχουνε σφαλίσει
κι οι κόρες όλες στεφανώθηκαν με χρυσοκλώνια.

Η χάρις του Θεού δεν αναβλύζει οχ κάποια φλέβα
και γλώσσα ανθρώπου δεν μπορεί το βάθος να λαλήσει,
το δε κατέβα στη γαλήνη της δεν έχει ανέβα.

 

 

***********************

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ

Ο Δάντης, ο Πετράρχης και ο Φόσκολος συγγενεύουν εκλεκτικά στο ιταλόγλωσσο έργο του Σολωμού με καίριες απηχήσεις του Ομήρου, του Σαίξπηρ και του Σίλλερ. Τερτσίνες, σονέτα, οκτάβες και ωδές, ποιήματα σοβαρά και σατιρικά, τελειωμένα ή σωσμένα σε κατάσταση σχεδιάσματος, ποιήματα ερωτικά, επικαιρικά και ευκαιριακά, συνθέσεις θρησκευτικής πνοής και βαθυστόχαστα δοκίμια απαρτίζουν το σώμα μιας σπουδαίας δημιουργίας, που ξεκίνησε να στήνεται από τα νεανικά χρόνια του ποιητή στην Ιταλία, συνεχίστηκε με την επάνοδό του στη Ζάκυνθο και έφτασε στο αποκορύφωμά της στην Κέρκυρα κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του.

Η έρρυθμη και έμμετρη μετάφραση των ποιημάτων αυτών υποτείνεται ως πρόταση από την κατ’ εξοχήν σολωμική ιδέα του «in modo misto genuino», δηλαδή αρθρώνεται «εις είδος μιχτό αλλά νόμιμο». Η παρούσα έκδοση με τα μεταφράσματα όλων των ιταλικών έργων του Σολωμού είναι αμιγώς ποιητική και έχει επιτελεσθεί προγραμματικώς και ενσυνειδήτως κατά μίμηση του ελληνόγλωσσου ποιητικού έργου του: σαν να εκτελείται παλιό μουσικό έργο σήμερα με όργανα εποχής.

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

*****************

 

ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΠΟΙΕΙΝ:

Διονύσιος Σολωμός, Οκτώ Ιταλικά Ποιήματα (Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής), Αποκλειστική Προδημοσίευση