Έντεκα τραγούδια ως  φόρος τιμής και μνήμης στον εν πολλοίς ξεχασμένο ποιητή Ρώμο Φιλύρα ο οποίος ανήκει στον κύκλο των λεγόμενων νεορομαντικών – μετασυμβολιστών Ελλήνων ποιητών του Μεσοπολέμου, ανάμεσα στους Λαπαθιώτη, Ουράνη, Καρυωτάκη, Άγρα και Κλέωνα Παράσχο. Tα μελοποιημένα ποιήματα του δίσκου ερμηνεύουν η Μαρία Αλαμανή – Ναθαναηλίδου και η Αγγελική Γαστεράτου. Στο πιάνο οι Φωτεινή Τσακνάκη και Γιάννα Τσιρικά. 

 

 

ΕΣΕΙΣ

Αχ, όλοι εσείς, δεν ενιώσατε μοίρα,
Γιατί αίσθηση έχετε αργή,
Ερουφήσατε μόνο τα μύρα,
Σ’ ανθοδόχη που χάρισε η γη.

Δεν ενιώσατε του λυπημένου
Τη στιγμή, το μεγάλο παλμό,
Του σκληρά και βαριά γοητευμένου,
Τον βαθύ και πικρό κλονισμό.

Του αυτοκτόνου την κίνησην, ίσια,
Που πετάει σαν οκνός τη ζωή,
Που βαδίζει προς τα κυπαρίσσια,
Μ’ ευθυτένεια κι όλος αλκή.

 

*

ΜΑΡΙΑ

Σ’ ακούω παντού … στ’ αγέρι που μιλεί στα φύλλα
Μες στο τραγούδι που μια κόρη λέει στο δείλι,
Σε νιώθω μες στην κάθε μια μου ανατριχίλα
Και πάντα το όνομά σου έχω στα χείλη.

Ακούω την ύπαρξη σου μέσα σ’ όλα
Σε βλέπω σε μια δύση, σε μια βιόλα
Και νιώθοντας να ζεις σε κάθε τι δικό μου,
Ακούω τον εαυτό σου μες στον εαυτό μου.

 

*

ΓΥΝΑΙΚΑ

Όνειρον ήταν μια ζωή με τη γυναίκα αστέρι
Οδήγημα, χαρά, σκοπός, ο θρίαμβος, το ταίρι:
Κάθε πρωί το γέλιο της και το φιλί το βράδυ,
Τόσο γλυκά στης προζωής δεν τα είπα το σκοτάδι

Αληθινά η αγάπη της τον πόνο βαλσαμώνει,
Κλείνω τα μάτια κι είμαστε μαζί κι οι δυο μας μόνοι:
Κι αν άλλες εβασίλεψαν για μένα ή θα ανατείλουν
Αύριο νέες, τη χάρη τους σκορπίσαν και θα στείλουν…

`

*

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ

Στο δρόμο, που το πλήθος τρέχει αδιάφορο
για κάθε ωραίο, αγάλι επερπατούσες,
έμοιαζες σα να σε ύψωνε πνοή
και τίποτα σα να μην εμισούσες.

Το βήμα σου απαλό σαν Απολύτρωση
κι η όψη σου ολόασπρη σαν κρίνο
κι έπεφτε η λάμψη της ματιάς κι εφάνταζε
το γαληνό χαμόγελό σου εκείνο!

Ένας ιερεύς κάποιας θρησκείας απόκοσμης
ή από του Βελασκέζ το θείο χρωστήρα
ζωγραφισμένος Ανδαλούσιος άρχοντας,
πρόβαινες μέσ’ την ανθρωποπλημμύρα.

Στον πολυθόρυβο το δρόμο ένα πρωί σ’ αντίκρυσα
όραμα πράο, άυλο, της αγιωσύνης
και στην ψυχή μου απόμεινες σαν είδωλο
μιας αιθερίας, ονειρευτής γαλήνης.

 

 

`

***********************************************************************************************

“Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας. Θα ήθελα να σας ταξιδέψω πίσω στο χρόνο! Συγκεκριμένα, στο 1911 και στην έκδοση της συλλογής «Ρόδα στον αφρό» του ποιητή Ρώμου Φιλύρα. Ο ίδιος, όταν ήταν 7 χρονών (ο πιο μαγικός αριθμός σύμφωνα με την αριθμολογία) έφαγε την πετριά της ποίησης όταν του ήρθε κυριολεκτικά μια πέτρα στο κεφάλι (κατά τα λεγόμενα του ίδιου)! Με την συλλογή «Ρόδα στον αφρό», κάνει την εμφάνιση του στην Ελλάδα ο νεορομαντισμός και ο μετασυμβολισμός. Η όψη του, με τα τεράστια γυαλιά και την κάπα που συνήθιζε να φοράει μαζί με το τρισδιάστατο και απόκοσμο βλέμμα του, τον καθιστούσαν αντικείμενο ποιητικής -και όχι μόνο- κοροϊδίας. Ο Φιλύρας όμως θαύμαζε. Θαύμαζε την ποίηση και τους ποιητές της. Θαύμαζε τις γυναίκες και τους έδινε μυθικά χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό στα ποιήματά του συναντάμε τόσες γυναίκες (Μαρία, Σαπφώ, Άρτεμις, Ζαχαρούλα, Αγγελική και πολλές ακόμα) παραδομένες στην Αθανασία. Διακρίνουμε ότι η ποίησή του έχει έναν συναισθηματικό υποκειμενισμό που εκφράζει το αίσθημα απομόνωσης του ποιητή από το περιβάλλον του. Τόλμησε να μην πολυασχοληθεί με νόμους, κανόνες μετρικής και τεχνικής στίχου. Ωστόσο, έχει συνέπεια και ρυθμό εσωτερικό. Γράφει σονέτα σε πλήρη αρμόνια και έχει στοιχεία από τον αισθητισμό του Wilde και από τον λυρισμό των Γάλλων συμβολιστών. Ισορροπεί ποιητικά ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» και στο «γίγνεσθαι». Το 1927 κάτω από την αρρώστια της σύφιλης και έγκλειστος πλέον στο Δρομοκαΐτειο, τυλίγεται με το σάβανο ενός γελοίου (τίτλος ποιήματός του). Είναι αυτός, απέναντι στην τρέλα που τον γυροφέρνει.
Αυτό το ποίημα θα μπορούσε να απευθύνεται στον ίδιο και να είναι γραμμένο στο βάραθρο εκείνο, το οποίο αναφέρει ο Καρυωτάκης στο ποίημα του «Υποθήκαι». Έτσι λοιπόν κρατώντας σκήπτρο και λύρα, ποιος θα τολμήσει το 2021 να ξεθάψει το σάβανο; Το σάβανο με τα ποιήματα «ενός γελοίου»;”

Δημήτρης Κογιάννης