Το δις εξαμαρτείν…

Έπεσε θανατικό στα ζωντανά
Ποια μοίρα μάς σημάδεψε βαθιά
κι έρχεται και πάει;
Έπεσαν λοιμοί
Ποια μοίρα μάς κατατρύχει βαριά ;
Καλώ τον αόμματο μα σοφό Οιδίποδα
να λύσει και πάλι το αίνιγμα
Να σκοτώσει ξανά τη Σφίγγα
Μα αυτός
βαθιά παραδομένος στη νιρβάνα του
δεν κάνει πια τα ίδια λάθη.

Η σκιά στο τζάμι

Κοπαδιαστά γύρω μου μαζεύεται ο κόσμος
Αγεληδόν, Όμηρέ μου
Σαν κοπάδι σε σφαγή
συνάχτηκαν (οι μνηστήρες)
Και ανάμεσα στους πολλούς
ξεχώρισα μια παρουσία
που με κοίταζε ειρωνικά
εν τω μέσω της γενικής τυφλότητας
Οι υπόλοιποι επευφημούσαν
και με σήκωναν στα χέρια
Αυτός απέναντι στο τζάμι
σάρκαζε
Δεν ξεγελιόταν από τη γιορτή
Ήξερε!

Το παιδί με τα λέπια

Ένα παιδί
Ένα αθώο παιδί
έπαιζε με τα ζάρια
κι αυτή καιροφυλακτούσε
Ένα παιδί
Ένα ανυποψίαστο παιδί
έριχνε τα ζάρια
κι αυτή καιροσκοπούσε
“Δύσκολοι καιροί
για εξάρες”, του ψιθύρισε.

Πάνω απ’ το στηθαίο του γεφυριού
στέκεται τώρα ένα παιδί
Λίγο πριν
έπαιζε την τύχη του
στα ζάρια…

Η στέρφα γη

Όλα εκείνα που μας ξεσήκωναν
δεν είναι πια εδώ
Η τελευταία πρασινάδα ξεράθηκε
μέσα στη μήτρα της τέως γονιμότητας
Άδειες οι αγκαλιές από σώματα
Άδεια τα στόματα από φιλιά

Έχει κι η έρημος τη γοητεία της
φτάνει να θυμάσαι που και που την όαση.

Ακούς;

Τυλίγω στον καρπό μου ασημένια φεγγάρια
Φτύνω τ’ αστέρια στον κόρφο μου
μην τα ματιάξω
και χαθούν
Κι όμως
κάθε μέρα ξημερώνει
Στη διαθήκη της ζωής
ευγνωμοσύνη
Κι γω αγνώμων
να κυνηγώ με μανία
τα σκοτάδια μου.