ΉΣΟΥΝ ο έρωτας της ζωής μου, αυτός που μια φορά αν το βιώσει άνθρωπος, αισθάνεται ότι υπήρξε τυχερός στο πέρασμα της ζωής. Ένα κυριακάτικο πρωινό μας βρήκε σφιχταγκαλιασμένους.  Ύστερα από την ερωτική συνεύρεση μου είπες: «Σ’ αγαπώ, γιατί ξέρεις να αναδομείς τα κύτταρα μου, γιατί το κορμί και η ψυχή μου χωράει μόνο στο δικό σου σώμα, σ’ εσένα ξαναζώ το ελλειμματικό κομμάτι του πατέρα μου, την άνευ όρων αγάπη και ανοχή του, την ζέση και την ασφάλεια που μου έδινε η αγκαλιά της μητέρας μου, την πνευματική μοναδικότητα της, τη γλυκιά αίσθηση συμμαχίας που είχα με τον αδελφό μου και τους φίλους μου. Είσαι η παιδική μου χαρά και το παιχνίδι του θανάτου μου. Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ,  είσαι τα πάντα για μένα· θέλω να το πιστέψεις.

Παρατήρησα ότι οι εκ βαθέων ομολογίες μου, τον έκαναν να απομακρύνεται από εμένα. Το χέρι του γλίστρησε αργά και σταθερά από τον ώμο μου, το πρόσωπο του μίκρυνε. Έκλεισε. Με βαριά φωνή μου απάντησε:  «Κι εγώ σ αγαπώ μάτια μου· αλλά σε ποιά από όλες τις φωνές  σου θέλεις να ανταποκριθώ…  Αισθάνομαι λίγος σε αυτές τις θεϊκές δυνάμεις που μου έχεις  χαρίσει,  αλλά τί θα γίνει στο μέλλον αν σ’ όλες αυτές τις θεϊκές προβολές δεν μπορέσω ν’ ανταποκριθώ».

 

{….}

 

 

Έσβησα σχετικά απρόσμενα, την ώρα που πάντα η ψυχή μου χλόμιαζε, λίγο πριν νυχτώσει, λίγο πριν το βράδυ καταπιεί το τελευταίο τρεμάμενο φως της ημέρας.  Ήταν οκτώ και μισή, απογευματόβραδο  μιας Μαγιάτικης άνοιξης. Οι δείκτες του προσωπικού μου χρόνου σταμάτησαν για εμένα οριστικά εκεί. Έμειναν αμετακίνητοι. Δεν άγγιζα πλέον. Τον κοιτούσα από ψηλά. Είχα γίνει ένα φτερό που ταξίδευε στον ουρανό. Πλέον δεν μπορούσε ούτε να με πονέσει, ούτε να με διαβρώσει άλλο.  Ο μόνος που δεν φθείρεται από τον χρόνο είναι ο θάνατος. Αντιθέτως θρέφεται ανελέητα από αυτόν, ξεριζώνοντας σάρκες στο πέρασμα του.

Μέσα σε μία ώρα το επόμενο απόγευμα, όλα είχαν λήξει επισήμως. Δεν υπήρχε καμία εκκρεμότητα που να θυμίζει ότι  μόλις πριν μία ημέρα Ζούσα. Παρά μόνο μία κολλημένη βελόνα που χάραζε τον αγαπημένο μου δίσκο στο πικάπ και που επί μία μέρα έπαιζε ακατάπαυστα διαχέοντας στο σπίτι μου το τσουγκράνισμα , τον τριγμό  του πειραγμένου ήχου. Και ένα ανοιχτό πορτατίφ στην κρεβατοκάμαρα  που περίμενε το γνωστό μου χέρι να το ξεκουράσει λίγο πριν το νυχτερινό ύπνο.

Εκτός βέβαια από όσους αγάπησα και με αγάπησαν πραγματικά. Από όσους επηρέασα και επηρεάστηκαν από  τα χνώτα μου.

Η ταφή έγινε σε ατμόσφαιρα μουντή· σιωπηλή και πνιγηρή.

Κάτι ψιλόλιγνα κυπαρίσσια ορθώνονταν παραπλεύρως από το μνήμα.  Από δω και πέρα θα είναι οι αιώνιοι φίλοι μου. Συμπορευτές μου στη σιωπή. Να με προστατεύουν από τα ατέλειωτα παγερά βράδια του χειμώνα, να μου προσφέρουν σκιά στις άδειες και ζεστές μέρες του καλοκαιριού.  Να με κρύβουν από τους οδυρμούς αυτών που αποχαιρετούν. Ν’ απομακρύνουν από την άσπρη κατοικία μου το φευγάτο βλέμμα που έχουν οι ζωντανοί· βλέμμα φοβισμένο και παγωμένο.

Να μην φοβάσαι για εμένα· θα έχω παρέα.

Δεν με άκουσε.

Το νέο μου οίκημα, μικρό, στενάχωρο και σκοτεινό. Αποδέχομαι την οριστική κατάληξη μου αδιαμαρτύρητα. Έχω πλέον μεταβεί αλλού. Δεν μπορώ ούτε αυτά τα σκουλήκια να εξοντώσω που κάθε μέρα ζουν από την σάρκα μου, απομυζούν τα όνειρα μου, τις σκέψεις μου, την μοναδικότητα μου. Επιβιώνουν από το σάρκινο όχημα της πρότερης ζωής μου.

Όλα επέστρεψαν στη γη.

Ήμουν μικρό παιδί όταν έφτιαχνα με το χώμα ιστορίες, τώρα το χώμα έγινε πάπλωμα.  Έγινα κήπος του που πάνω του βγήκε λίγο χορτάρι. Δεν μπορώ να γυρίσω ούτε δεξιά, ούτε αριστερά.

Θα φυσήξει άνεμος.

Άνω θρώσκω· μα με τα μάτια κλειστά.

Κι όμως, όταν έρχεσαι να μου κάνεις λίγη συντροφιά πάνω από το μουχλιασμένο μου υπόγειο, να φροντίσεις με λουλούδια το μνήμα μου, να ζωντανέψεις μ’ ένα σου φιλί την φωτογραφία μου, τότε όλα αλλάζουν. Η γλυκιά ηχώ της φωνής σου, οι λέξεις που ρέουν τρυφερά, τα ζεστά δάκρυα που γλιστρούν από τις κόγχες των ματιών σου, κυλούν μέσα από την επιφάνεια της μαρμαρένιας μου πλάκας και θερμαίνουν την αόρατη ψυχή μου που έχει εγκλωβιστεί εκεί μέσα.

Νιώθω τα μάτια μου ν’ ανοιγοκλείνουν, τα χείλη μου να υγραίνονται από τα δάκρυα σου, το σώμα μου αρχίζει κάπως να ζεσταίνεται από την παρουσία σου και τα σκουλήκια φεύγουν μόνα τους από το σώμα, όταν ακούνε έστω και αμυδρά τους κτύπους της καρδιάς μου κάπως να επιστρέφουν και να χτυπάνε. Ένα μικρό λουλουδάκι αρχίζει ν’ ανθίζει στο χώμα πάνω από το μέρος της καρδιάς. Είναι αυτές οι στιγμές που έρχεσαι συ. Αυτές που δεν με πειράζει αν είμαι πεθαμένη.  Γιατί δεν αισθάνομαι έτσι.

Όταν όμως φεύγεις, όλα έρχονται στην κανονικότητα τους. Εσύ στη ζωή κι εγώ στον Θάνατο. Τα βράδια, στις στιγμές του λυκόφωτος που πάντα φοβόμουνα  εν τη ζωή, η ψυχή μου  δραπετεύει από την ειρκτή της μοίρα και περιπλανιέται. Περιφέρεται σα χαμένη, πλανόδια, ρουφηγμένη σκιά, φιγούρα στους οίκους των νεκρών, ψάχνοντας αδηφάγα λίγο φως, λίγη ζωή, κάποια φωνή. Μα οι νεκροί είναι βαθιά ριζωμένοι στο χώμα και δεν σαλεύουν. Τους έχουν καλουπώσει ανάσκελα, επίτηδες θαρρείς.

Ακούει κανείς;

Οι ζωντανοί είναι πάντα σε κίνηση, δεν ξαποσταίνουν πουθενά και δεν μπορούν να μας δουν.  Δε θέλουν να μας δουν.

Βλέπει κανείς;

Που και που τα βράδια νιώθω κάποιες λίγες, ελάχιστες, μοναχικές σκιές με ασυντόνιστες κινήσεις να ψάχνουν κάτι κι αυτές, κρυμμένες και επιφυλακτικές πίσω από τα κυπαρίσσια, ωχρή νεκρική μας ύπαρξη, αποστεωμένες  συνθέσεις. Η αίσθηση ότι πλέον δεν μας ανήκει τίποτα δεν μας αφήνει να ανταμώσουμε όλες μαζί.  Αδάμαστες ψυχές που μπορούν για λίγο να δραπετεύουν.  Να χορέψουμε μαζί τον χορό των νεκρών. Για ποιόν λόγο άλλωστε; Η απέχθεια για την ύπαρξη μας είναι μεγαλύτερη από την ανάγκη μας. Έτσι προτιμούμε να κοιτούμε τα κυπαρίσσια· μόνες.

Και όμως όταν έρχεσαι να μ’ επισκεφτείς, η περιφερόμενη σκιά μου έρχεται να ξαποστάσει στο μνήμα της, να βρει γαλήνη στα λόγια, στη φωνή σου, να δροσιστεί από τα δάκρυα. Είναι οι μόνες στιγμές που δεν έχω ανάγκη να χαθώ. Όπως τότε που ήμασταν μαζί.

Μη με ξεχάσεις, σ’ αγαπώ.

Μη με ξεχάσεις· με εσένα Ζω.