Ο αρχαίος μύθος του Δαίδαλου και του Ίκαρου είναι από τους δημοφιλέστερους της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, αφού ενέπνευσε και εμπνέει γενιές Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών και λογοτεχνών, αλλά και στοχαστών της συστηματικής και της καθημερινής σκέψης. Σύμφωνα με το μύθο, ο ξακουστός εφευρέτης Δαίδαλος εξορίστηκε από τον Άρειο Πάγο διότι εφόνευσε τον ανηψιό του και μαθητή του Τάλοντα, επειδή φοβήθηκε ότι αυτός θα τον ξεπεράσει στην τέχνη της κατασκευής. Τοιουτοτρόπως ο Δαίδαλος βρέθηκε από την Αθήνα στην Κρήτη, να εργάζεται για το βασιλέα Μίνωα. Το παλάτι που ο εφευρέτης έφτιαξε για το βασιλέα στην Κνωσό δεν είχε όμοιό του: διέθετε χίλιες τριακόσιες αίθουσες, υπέροχους κήπους, αυλές και θαυμάσιες τοιχογραφίες. Ο Δαίδαλος περιέπεσε στη δυσμένεια του βασιλέα, όμως, διότι διευκόλυνε την παράδοξη ένωση του ταύρου του Ποσειδώνα με τη βασίλισσα Πασιφάη, τη γυναίκα του. Έτσι, ο βασιλέας διέταξε τη φυλάκιση του Δαίδαλου στο λαβύρινθο, τον οποίο ο ίδιος ο Δαίδαλος κατασκεύασε για τον περιορισμό του Μινώταυρου, του καρπού του έρωτα της Πασιφάης με τον ταύρο του Ποσειδώνα, ενός πλάσματος με κεφάλι ταύρου και σώμα ανθρώπου. Η Πασιφάη λυπήθηκε και απελευθέρωσε τον Δαίδαλο από τον λαβύρινθο. Ο επιδέξιος εφευρέτης, προκειμένου να δραπετεύσει από το νησί, κατασκεύασε γιγάντια φτερά από κλαριά λυγαριάς και πανί και τα κόλλησε με κερί. Έδωσε αυστηρές οδηγίες στο γιο του, τον Ίκαρο, να μην πλησιάσει πολύ τον ήλιο, διότι τότε τα φτερά θα λιώσουν, ούτε τη θάλασσα, διότι τότε τα φτερά θα βαρύνουν, και ξεκίνησε μαζί του την υπέροχη πτήση προς την ελευθερία. Ο Ίκαρος, όμως, μεθυσμένος από τον ενθουσιασμό της πτήσης, δεν άκουσε τον πατέρα του και πέταξε πολύ κοντά στον ήλιο, τα φτερά του έλιωσαν, οπότε έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε, δίδοντας στο Ικάριο πέλαγος το όνομά του. Το νησί στο οποίο ο Ικαρος ετάφη ονομάστηκε Ικαρία.

Η αυτονόητη ανάγνωση του μύθου εστιάζει στην απερισκεψία του Ίκαρου. Ο ενθουσιώδης νέος παράκουσε τις συμβουλές του πατέρα του και έχασε τη ζωή του στο βωμό της επιπολαιότητας. Ο νους της αλήθειας, όμως, δεν είναι μονοσήμαντος, αφού μιαν άλλη ανάγνωση, βαθύτερη ίσως, βρίσκουμε στην ωδή «Εις Σάμον» του Ανδρέα Κάλβου:

ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ

Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.

Αυτή (και ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας)
επτέρωσε
τον Ίκαρον· και αν έπεσεν
ο πτερωθείς κ’ επνίγη
θαλασσωμένος·

Αφ’ υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος.-
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμιζε
φρικτόν τον τάφον.

Επαναστατώ όταν ακούω αναγνώσεις του στίχου «θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία» δίχως ουδεμία διακύμανση στην εκφορά των λέξεων, δεδομένου ότι στα δικά μου ώτα οι εκφερόμενοι επιτονισμοί πρέπει να παρουσιάσουν μία σαφή αντίστιξη: ο Ίκαρος στερείται την αρετή της φρόνησης, αλλά κατέχει την τόλμη─ κι είναι η τόλμη σημαντικότερη της αρετής αν πρόκειται να διεξαχθεί αγώνας για την ελευθερία, διότι η αρετή δεν εξασφαλίζει την πτήση, δεν είναι συνθήκη ικανή. Την πτήση προς την ελευθερία εξασφαλίζει η τόλμη. Μια ανάγνωση που αποπειράται να αναδείξει αυτό το νόημα θα πρέπει να αναδείξει, λοιπόν, εμφατικά το συμπλεκτικό σύνδεσμο στο στίχο του Κάλβου και την τόλμη που ακολουθεί.

Μιαν άλλη οπτική στο μύθο του Ίκαρου βρίσκουμε στον Ολλανδό ζωγράφο Peter Bruegel (1525-1569), και συγκεκριμένα στον πίνακά του «Η πτώση του Ίκαρου». Ο πίνακας παρουσιάζει ένα καθημερινό στιγμιότυπο νησιωτικής ζωής. Σε μια ανεπαίσθητη γωνιά του έργου, την οποία ο επιπόλαιος ─όπως κι ο ίδιος ο γιος του Δαιδάλου ήταν─ παρατηρητής ενδέχεται να μην εντοπίσει καν, διακρίνονται τα πόδια του Ίκαρου που πνίγεται.

Όπως, όμως, ο ίδιος ο μύθος, όσο και η ωδή του Κάλβου, έτσι και ο πίνακας είναι επιδεκτικός πολλαπλών αναγνώσεων. Μπορεί η απερισκεψία του Ίκαρου να μην έχει καμία σημασία ενταγμένη στο σύνολο των παγκόσμιων τεκταινομένων. Ή, εναλλακτικά, τα παγκόσμια τεκταινόμενα να μη δίνουν σημασία σε ένα κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονός, όπως ήταν η πρώτη πτήση που πέτυχε ο άνθρωπος, και η οποία επισφραγίστηκε από μια τραγωδία.

Ό,τι κι αν εννοούσε ο ζωγράφος, εμείς σήμερα μπορούμε να κοιτάξουμε τα διακόσια χρόνια από την επανάστασή μας μέσα από το τριπλό πρίσμα που κατασκευάσαμε προηγουμένως: ακόμη κι αν φρόνηση είναι η υποστήριξη μιας πανανθρώπινης αγάπης, την ελευθερία την εξασφαλίζει το υψηλό εθνικό φρόνημα και η γενναιότητα έναντι του εισβολέα και εχθρού. Η επανάσταση των υπόδουλων έναντι του δυνάστη προϋποθέτει τον παραλογισμό της τόλμης που εκτείνεται ως την αυτοθυσία. Όσοι βάλλουν έναντι του εθνικού φρονήματος αποπειρώνται να μας μετατρέψουν σε άτιμα σφάγια των τυράννων.