Ήταν στη διάρκεια μιας ανταπόκρισης για τον Εμφύλιο στην Ισπανία. Έκανα την απερισκεψία να είμαι λάθρα παρών στο ξεφόρτωμα απόρρητου υλικού, σε μια μάντρα εμπορευμάτων στις τρεις τα χαράματα.  Η φούρια των αντρών, καθώς και το σκοτάδι, έμοιαζε να ευνοούν τούτη την απερισκεψία μου. Ωστόσο, σε κάποιους αναρχικούς πολιτοφύλακες πρέπει να φάνηκα ύποπτος.

Ήταν πολύ απλό. Δεν είχα ακόμη την παραμικρή ιδέα πως πλησίαζαν σβέλτα κι αθόρυβα, όταν ξαφνικά έκλεισαν γύρω μου απαλά σαν δάχτυλα. Οι καραμπίνες τους μου πίεσαν ελαφρά το στομάχι, και στη σιωπή τους υπήρχε μια σοβαρότητα που ενέπνεε δέος. Τελικά σήκωσα τα χέρια. […]

Μιλώ ισπανικά, αλλ’ όχι και καταλανικά. Κατάλαβα, εντούτοις, ότι ήθελαν τα χαρτιά μου. Τα είχα ξεχάσει στο ξενοδοχείο. Απάντησα: «Hôtel… Journaliste…», δίχως να ξέρω αν τα λόγια μου σήμαιναν κάτι γι’ αυτούς. Οι πολιτοφύλακες πέρασαν από χέρι σε χέρι τη φωτογραφική μου μηχανή σαν νά ’ταν ενοχοποιητικό στοιχείο. Κάποιοι από κείνους που χασμουριόντουσαν, ριγμένοι φαρδιοί πλατιοί στις ξεχαρβαλωμένες τους καρέκλες, σηκώθηκαν βαριεστημένα κι έγειραν στον τοίχο. […]

Δε γνώριζα τίποτε γι’ αυτούς, εκτός από το ότι θά ’στηναν κάποιον στον τοίχο δίχως πολλές πολλές τύψεις. Οι εμπροσθοφυλακές των επαναστατών, όποιας παράταξης κι αν ήταν, δεν κυνηγούσαν τόσο ανθρώπους (δε ζύγιαζαν τον άνθρωπο σύμφωνα με την ουσία του), όσο συμπτώματα. Η αντίπαλη αλήθεια τούς φαινόταν επιδημική νόσος. Για ένα αμφίβολο σύμπτωμα, έστελναν τον μολυσμένο στην απομόνωση του λοιμοκαθαρτηρίο. Ή στα μνήματα. Γι’ αυτό μου φαινόταν δυσοίωνη6 η ανάκριση που μού ’καναν που και που, μ’ αόριστες μονοσύλλαβες ερωτήσεις από τις οποίες δεν καταλάβαινα γρυ.Το τομάρι μου παιζόταν σε τυφλή ρουλέτα. […]

Και τότε συνέβη το θαύμα. Ω, ένα θαύμα απλό κι ανεπαίσθητο! Δεν είχα τσιγάρα. Ένας από τους δεσμοφύλακές μου κάπνιζε, έτσι τον παρακάλεσα μ’ ένα νόημα να μου δώσει τσιγάρο, χαμογελώντας αχνά. Ο άντρας πρώτα τεντώθηκε, έσυρε αργά το χέρι του πάνω στο  μέτωπό του, σήκωσε τα μάτια όχι προς τη γραβάτα μου πλέον, αλλά προς το πρόσωπό μου, και, κάνοντάς με να τα χάσω, αχνογέλασε κι αυτός. Ήταν σαν χαραυγή.

Αυτό το θαύμα δεν ολοκλήρωσε το δράμα, αλλ’ απλώς το έσβησε όπως το φως σβήνει το σκοτάδι. Κανένα δράμα δε συνέβη ποτέ. Αυτό το θαύμα δεν έφερε καμία ορατή αλλαγή. Η αδύναμη λάμπα πετρελαίου, το τραπέζι με τα σκόρπια χαρτιά επάνω, οι άντρες οι γερμένοι στον τοίχο, το χρώμα των αντικειμένων, όλα ήταν όπως πρωτύτερα. Και εντούτοις, όλων η ουσία είχε μεταμορφωθεί. Αυτό το χαμόγελο μ’ έσωσε. Ήταν ένα σημάδι τόσο οριστικό, μ’ άμεσες συνέπειες τόσο φανερές, και τόσο αμετάκλητο, όσο η εμφάνιση του ήλιου. Σήμανε μια νέα εποχή. Τίποτε δεν είχε αλλάξει, όλα είχαν αλλάξει. Το τραπέζι με τα σκόρπια χαρτιά ζωντάνεψε. Η λάμπα πετρελαίου ζωντάνεψε. Οι τοίχοι ζωντάνεψαν. Η ανία που έρρεε μέσ’ από τ’ άψυχα αντικείμενα ετούτου του υπογείου ως διά μαγείας αλάφρυνε. Ήταν θαρρείς κι ένα αόρατο αίμα είχε αρχίσει πάλι να κυκλοφορεί, κάνοντας τα πάντα να σμίξουν ξανά στο ίδιο σώμα και ξαναδίνοντάς του μια σημασία.

Οι άνδρες δεν είχαν κινηθεί. όμως, αν και ένα δευτερόλεπτο νωρίτερα μου φαίνονταν πιο μακρινοί κι από κάποιο προκατακλυσμιαίο είδος, να που τώρα αποχτούσαν μια κοντινή μου ζωή. Ένιωθα μια ασυνήθιστη αίσθηση παρουσίας. Αυτό είναι: παρουσίας! Κι επίσης αισθανόμουν τη συγγένειά μας.

Το αγόρι που μου χαμογέλασε και που, ένα δευτερόλεπτο νωρίτερα, δεν ήταν παρά μια λειτουργία, ένα εργαλείο, ένα τερατώδες έντομο, να που τώρα έδειχνε λιγάκι αδέξιο, σχεδόν ντροπαλό, με την ντροπή του νά ’ναι υπέροχη. Όχι πως ήταν λιγότερο σκαιός από τους άλλους, αυτός ο τρομοκράτης! Όμως, η φανέρωση του ανθρώπου μέσα του φώτισε τόσο την τρωτή του πλευρά! Κάνουμε τον καμπόσο, εμείς οι άνθρωποι, αλλά στα μύχιά μας γνωρίζουμε τον δισταγμό, την αμφιβολία, τον πόνο… Τίποτε δεν είχε ειπωθεί ακόμη. Και εντούτοις όλα είχαν αποφασιστεί. Για να ευχαριστήσω τον πολιτοφύλακα καθώς μού ’δινε το τσιγάρο, έβαλα το χέρι μου στον ώμο του. Και, καθώς κι οι άλλοι πολιτοφύλακες είχανε ξαναγίνει άνθρωποι τώρα πού ’χε σπάσει ο πάγος, το χαμόγελό τους μ’ υποδέχτηκε σαν μια νέα κι ελεύθερη χώρα.

Μ’ υποδέχτηκε το χαμόγελό τους όπως άλλοτε μ’ είχε υποδεχτεί το χαμόγελο αυτών που μας διέσωσαν στη Σαχάρα. Οι σύντροφοι που μας ξαναβρήκαν ύστερα από μέρες ολόκληρης αναζήτησης, έχοντας προσγειωθεί όσο πιο κοντά γινόταν, βάδισαν προς το μέρος μας με μεγάλες δρασκελιές και με τεντωμένα χέρια, βαστώντας ασκούς με νερό και κουνώντας τους να τους δούμε. Είτε ήταν το χαμόγελο αυτών που με έσωσαν, αν εγώ περίμενα να σωθώ, είτε ήταν το χαμόγελο αυτών που διασώθηκαν, αν ήμουν εγώ που τους έσωσα, το θυμάμαι πάντως αυτό το χαμόγελο, σαν πατρίδα όπου ένιωθα απέραντα ευτυχισμένος. Η αληθινή ευχαρίστηση είν’ αυτή του καλεσμένου που τρώει και πίνει σε γιορτή. Η διάσωση δεν ήταν παρά η αφορμή για τούτη την ευχαρίστηση. Το νερό δεν έχει επ’ ουδενί τη δύναμη να τέρπει, αν κατ’ αρχάς δεν είναι δώρο από ανθρώπους που το δίνουν μέσα απ’ την καρδιά τους.

Η περίθαλψη των αρρώστων, το καλωσόρισμα των εκδιωγμένων, ως και η ίδια η συγχώρεση, αξίζουν μόνο χάρη στο χαμόγελο που φωτίζει τη γιορτή. Μέσ’ από το χαμόγελο σμίγουμε πέρα από γλώσσες, τάξεις, παρατάξεις. Είμαστε οι πιστοί της ίδιας Εκκλησίας, ο καθείς με τις συνήθειές του κι εγώ με τις δικές μου.