Ερωτικό

Η συγκίνηση
είναι θεραπεία
για τον πονοκέφαλο της εξουσίας
Πεπτωκότες
με φτυάρια και άλλα εργαλεία
Κι ένα μπογαλάκι στον ώμο
ντομάτα και ψωμί
Υπολείμματα λέξεων

Τα μέλη μας βρίσκονται
σε γραμμές επεξεργασίας
Λίγο μακρύτερα
μια μάνα μπουκώνει το στόμα του παιδιού της
με όνειρα

Εδώ
που ο καθένας
σβήνει μόνος

Διαβρώνουν τα ωραία μας πρωινά
ξένα σώματα
Κι εσύ επιμένεις
στην πραγματικότητα

−Δόξα τω θεώ
να έχουμε και αύριο ψωμί
Τουλάχιστον αυτό

[ Ανήκουμε στη φιλεύσπλαχνη άβυσσο
και είναι το ποίημα το τελευταίο φιλί που θα δώσουμε ]

Επιστρέφοντας στην καθημερινότητα
εσύ στρώνεις το τραπέζι
κι εγώ τρώω στο πάτωμα
Βλέποντάς σε
να πεθαίνεις
επάνω σε σταυρό
ή σε κρεβάτι

Εντέλει
υπερτερεί των πάντων η φθορά

Φυσικών φαινομένων
Προσώπων
Ιδεών
Και σκέψεων

`
*
Προγονικά

Να πέφτει σκοτάδι
Αυτό είναι το ιδίωμα
της ψυχής

Σχίζει το λαιμό κάποτε
γλείφοντας τις χιλιετίες
Και τα φαινόμενα
ζεματισμένα λάχανα
στο άδειο τραπέζι

Η αγωνία μεγαλώνει
και τη ζωή
την τρώει ο σκύλος
Μέσα στην πόλη
διασπάται το άτομο
Ολοκληρώνει την πορεία του
στη φρικτή ερημιά

Θέλω να πω
πως δεν έχει διαφορά
ο ύπνος από την κόλαση
Και το κάρβουνο καπνίζει το φιλί
Λιγοστεύει ο αέρας ανάμεσά μας

Καθώς περπατάμε τα πεζοδρόμια
Τρίμματα μένουν στις πλάκες
τα σώματα
Στημένες οθόνες
σε όλη τη διαδρομή
παίζουν στιγμιότυπα
από το Θείο δράμα
Με πληγώνει η ησυχία
κι ο ατάραχος έρωτας

Τι μεσολάβησε δεν κατάλαβα
Οι αγώνες μικραίνουν
Χωράνε στις χούφτες

Τα στήθη μας
απολήξεις μιας ωραιότητας που νοσεί

*
Κείμενο όλο λάθη
Όταν σε έχανα είχα καλό χαρτί. Φουλ του Βαλέ με εννιάρια

Με άφησες να σε κόψω χίλια κομμάτια και να σε μοιράσω
στην τσόχα. Η μόνη φορά

που σε είχα ολόκληρη ο μπάσταρδος σε έπαιξα στα χαρτιά
και δεν έβγαλες άχνα

Είχες μια ζωώδη κατανόηση για όλα. Σαν ερώτηση νηπίου
για το πως γίνονται τα παιδιά.

Άφησες τα ρούχα σου να καμαρώνουν. Τα σανδάλια
σου στη μέση του δωματίου παρατημένα. Στο ντουλάπι του
μπάνιου ένα αποσμητικό

κι ένα σαπούνι για το πρόσωπο. Ειδώλια παρατημένα

Με σπασμένα πόδια, βγαλμένα μάτια. Πηλός ρημαγμένος
και ξερός. Θαύματα μιας

κανονικής μέρας χωρίς ενδιαφέρον και προοπτική.
Καλυμμένα με τσίχλες, φτυσιές

και φύλλα του φθινοπώρου

*
Σώματος σώμα

Περνάω δίπλα σου με διαλυμένο κεφάλι
Λες δεν άλλαξα κοίταξέ με
κοίταξέ με καλά
κι ανοίγεις το φουστανάκι
και η ελαφριά σου ανατομία
με πέταξε παντού
και η μέρα με πέταξε
καθώς είμαι χωρίς γήινο βάρος
Κάτι συνέβη και λείπεις
είσαι στο χώρο αφημένη
μα λείπεις
και είναι μαζί σου
όλο το φορτίο ασήκωτο να σ’ αγαπώ
Γεμάτη από γη και αέρα
Με πρησμένο το στήθος
και τη λεκάνη σου
που αν δεν ήταν ανοιχτή
θα πήγαινες χαμένη
Έγινες και ‘συ γυναίκα
πριν να κλάψεις αρκετά
Λίγο ομορφότερη απ’ όσο αξίζει ο κόσμος εδώ

Μην αδικείς την πόλη
όπως είναι διαλυμένη
γιατί και ο άνθρωπος
που γεννήθηκε από μεγάλη κάβλα
είναι διαλυμένος κι αυτός
και ξερνάει το αίμα του σε μια σκάφη
με τα λερωμένα βρακιά σου

 

`
*
Μονόλογος (10)
Τα αποσπώμενα μάτια σου
θριαμβεύουν στο ακίνητο σώμα
Απουσιάζουν
καθώς το αδύνατο επανέρχεται με ένα βαρύ δρόμο
Ένα άγχος
σημάδι στη ράχη του καθενός
Εμείς εδώ βρισκόμαστε να τρώμε τα χρόνια
και να έρχονται οι χειμώνες
Πόσοι χειμώνες
σαν κόκκοι άμμου στις τσέπες
Απτοί και καταγάλανοι
με τα λεπτά ποδαράκια
θορυβούμε την ανυπαρξία
Μια πείνα φοβερή
περιόρισε τον έρωτα
Λεπτύνουμε τις καρδιές
για να ‘ρθει ο άνεμος
Ίχνη ελευθερίας
Στραγγισμένη γη
και απόηχοι του ήλιου
που τρίβει την ουρά του στα βουνά
Χωμάτινες ζεύξεις
Μπροστά και το μέτωπο
Υποδοχές για άγκιστρα μες στις παλάμες
Ήταν μια στιγμή πάνω στο σταυρωτό πάσσαλο της
διαύγειας
Μια στιγμή πάνω στα ερείπια της γλώσσας
Είναι ένα μεγάλο αίνιγμα τα μάτια σου
Ένα πλέγμα πάνω απ΄ τα ίχνη του κόσμου

*
Χοϊκά Χαϊκού

Το πιο μακρινό
χώμα που θα πατήσω
σε περιέχει
*
Τα σώματά μας
ίσως να έχουν δεθεί
με σάπια σχοινιά
*
Το κάθε ψάρι
κάποτε γονατίζει
μπροστά στις πέτρες
*
Μέσα στη βροχή
ένας σπόρος τυχερός
που δεν βλάστησε
*
Πόσο αντέχει
ένα τόσο δα μικρό
δάκρυ μόνο του
*
Τι μου έμεινε
Δεκαεπτά συλλαβές
Κι ένας θάνατος