Π ε ρ ί π α τ ο ς ω ς τ ο μ η δ έ ν

Για να περνά η ώρα, που και που
υποκρίνομαι πως ζω
στολίζω τάματα τους ώμους μου
κι ανοίγω μάχη με τους δρόμους
πάντα
οι φλέβες μου χτυπάνε σαν καμπάνες πάντα
βαδίζω κόντρα στην ενθύμηση.
Οι στιγμές αυτές
σκελετωμένοι φυγάδες
δραπετεύουν
απ’ τα ξύλινα επιτοίχια ρολόγια
και βρίσκονται συντρίμμια
να παζαρεύουν άσυλο
σε αγκαλιές βουβές
ξανά και ξανά.
Στα έρημα στενά
τα σπίτια ονομάζονται θηλιές
και κάθε όροφος ένας καημός
ετοιμόρροπος
να μου χαϊδεύει τον λαιμό, με θυμό
τα πλησιάζω
τους ψιθυρίζω λέξεις σκληρές
ερχομός
κυοφορία
δυστυχώς
είμαι νονά του πόνου
ξέρω να εκδικούμαι
γκρεμίζοντας και χτίζοντας
προτάσεις ασύντακτες
να άκου
κάποιες λέξεις σκλήρυναν τόσο
γίνανε βράχοι, μου μάτωσαν τα πέλματα
άκου κι αυτό
ψάχνω το χέρι ή το σχοινί
ας γελαστώ
συνθλίβω φράσεις
το “δεν” το μάζεψ΄ από κάτω
σχεδόν σαν το ξέρω χρόνια
το φίλησα και το λυπήθηκα
σημάδεψα με δύναμη
που;
όπου να ΄ναι
– τα ίχνη των τροχών στο σώμα μου δε διαβάζονται
ακούγονται –
να άκου
ο άνεμος βαφτίζεται καημός
και χύνεται σαν ερπετό μεσ΄ τις ρωγμές μας
παίρνει σχήμα
για μας τους δυο μονάχα
προβλέπει
που και πως προσμένουμε τα χάδια
τρυπώνει σ’ όλες τις σχισμές
κερδίζει έδαφος στις προσευχές μας
σαρώνει τις εκτάσεις μας
ο άνεμος ο θαυματοποιός
απέδωσε δικαιοσύνη.
Στα ιδρωμένα υπόστεγα αλλάζουμε
την πείνα μας
για λίγη νύχτα με φεγγάρι
οι σιωπές βαραίνουν ξαφνικά
η απόσταση ματώνει κι αποτυπώνεται
στους δανεισμένους αναστεναγμούς μας
τα δέντρα λιγοστά
διπλώθηκαν και χώρεσαν στις τσέπες μας
μισάνοιχτα στόματα
λαγούμια προδοσίας
ξεπουλιέται τώρα η αυτοκυριαρχία μας
με νόμισμα τη λήθη.
Να, πάρε λίγο σούρουπο
αυτό
με περιέχει.
Το γκρίζο της ασφάλτου δεν αστράφτει πια
ανήκει στα παιδιά μας
η πόλη ονομάζεται μπετό
δε χορταίνει να μας ρημάζει τα χρώματα
μας αρπάζει τα χέρια
να ως εδώ αγγίξατε, φτάνει
– μα εσύ γνωρίζεις ήδη
πως ψηλαφίζοντ’ οι χαράδρες των ευχών μου
και πως μαδάμε τ’ άστρα
π’ άσπριζαν κάποτε τα μπαζωμένα της ποτάμια –
τα δάκρυα που χύνονται εδώ
ορίζουν το δικό τους δρόμο
χώνονται σαν καρφίτσες
μέσα στα γόνατά μου
με προστάζουν να βαδίσω
άλλη
μια
νύχτα.
Τώρα αντί για νέα γράμματα
ας γράψουμε τ’ αρχαία μας φτερά
ν’ απλώσουμε τα χέρια
α λ α φ ρ α α
να βρούνε στόχο τα μαχαίρια.
Πώς να στριμώξω
πες μου
σε μια βόλτα
τόσους νεκρούς;

Ό τ α ν σ τ ε ρ έ ψ ο υ ν τ α σ υ ν ώ ν υ μ α

Αυτό το χέρι είναι το χέρι σου
νομίζω
με παγίδεψαν οι αποστάσεις
και χθες προσπέρασα το δρόμο μας
δεν μ’ αρέσουνε τα τρένα
όλο φεύγουν κι
αυτές οι ράγες είναι οι ράγες μου
νομίζω
τρέμω πια να προχωρήσω
μη τυχόν και μάθω πως
δεν έχω που να πάω.
Όχι πως σου παραπονιέμαι
μα
κοίτα να δεις
εδώ γερνάμε συλλαβίζοντας λυγμούς
και δεν λυπάμαι να στο πω
τ’ αναρριχώμενά σου επίθετα
τα γκρέμισε το τρίξιμο
μιας φευγαλέας υπόσχεσης
δεν φτάσανε τα πάθη σου – να τα συγκρατήσουν
πέσανε πάνω μας
θάψανε μες τη σκόνη τους
τα όνειρα που φαντασιωθήκαμε
νομίζω
το τραπεζάκι μας
τη γλίτωσε
κι ένα τασάκι
για ένα τσιγάρο τελευταίο
θρυαλλίδα της στιγμής
μια λακκούβα από δέρμα.
Μετρώ τα δρομολόγια όπως τις
λάμψεις στο ταβάνι
νομίζω
– κάτι βράδια ανασαίνω –
λιμνάζουνε τα σ’ αγαπώ μας
κι αρνούμαι πια
να τα περιμαζέψω
κυκλικά περιστρέφομαι
γύρω τους
ακούω ένα χτυποκάρδι
πάλι αστόχησε.
Ανέχομαι τις αποστάσεις μισού λεπτού
και κάτω
απ΄ τα πόδια μας κυλάει
το μεγάλο ποτάμι
καθρέφτης μας και φταίχτης μας
παλεύεις μες το στόμα μου
κι έπειτα
μπλέκεσαι φοβισμένος στα μαλλιά μου
νομίζω
κάπου εκεί λησμόνησα όλα
τα παραμύθια
δεν έχω τίποτ’ άλλο
πως θα σ’ ανακουφίσω;
Οι δείκτες συγκρουστήκανε
δίχως τον παραμικρό ήχο
αλλάζουν όψη οι σιωπές
γίνονται υποφερτές
αφήσαμ’ ένα κόσμο ατέλειωτο
νομίζω
βρήκε μια θέση μέσα μου
ο χρόνος.
Πόσες βραδιές κρατάει μια νύχτα;
Γδέρνουμε τα γόνατά μας
σκάβουμε
και ξανασκάβουμε
να βρούμε
την ευσπλαχνία της αγάπης
και βρίσκουμε μονάχα χώμα.