Σε πολλά ποιήματα, ιδίως της πρώιμης και της μέσης περιόδου του έργου του, ο Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς διαλογίζεται πάνω στο ζήτημα του κάλλους. Οι απαντήσεις που δίνει ποικίλλουν και μεταβάλλονται συν τω χρόνω, σημάδι και αυτό ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν στοχασμό βιωμένο, ζυμωμένο με την πείρα της ηλικίας και της τριβής με τα πράγματα. Έτσι το νεανικό «ρόδο του κόσμου», το πλατωνικό είδωλο μιας ωραιότητας άκτιστης και αΐδιας, δίνει τη θέση του στην εικόνα ενός κάλλους εύθραυστου, που κατακτάται δύσκολα και με αγώνα πολύ, προτού εντέλει, καθώς όλα, σαρωθεί κι αυτό από το μένος του καιρού. Στον ωριμότερο Γέητς, συναντάμε τέλος τη ριζική υποψία: η ομορφιά ίσως δεν είναι παρά μια προσωπίδα εξωραϊστική του πάθους, μια μάσκα σπλαχνική που μας προστατεύει από το να δούμε εμπρός μας καθαρά τη σκληρότητα και τον δόλο του έρωτα. Τα ποιήματα που μεταφράζονται εδώ προέρχονται από τις συλλογές The Rose (1893), The Wind Among the Reeds (1899), In the Seven Woods (1904) και The Green Helmet and Other Poems (1910).

~.~

ΤΟ ΡΟΔΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ποιος σ’ όνειρο είδε ότι όνειρο είναι κι η ομορφιά;
T’ άλικα χείλη τούτ’ αγέρωχα αν πενθούν,
πενθούν που θαύμα άλλο καινούργιο δεν θα δουν,
της Τροίας τη δόξα κήδεψε μεγάλη πυρκαγιά,
παν τ’ Ούσνα τα παιδιά.

Περνούν ο κόσμος και τα πάθη του, κι εμείς μαζί:
ψυχές ανθρώπων τρεμοφέγγουν και σκορπούν
σαν του χειμώνα τα νερά που ωχρά κυλούν,
μα κάτω απ’ τον αφρό των αστεριών πάντα θα ζει
η άμοιαστη αυτή μορφή.

Υποκλιθείτε, αρχάγγελοι· για να βαδίσει εδώ,
πριν από σας, πριν καν αρχίσουν να χτυπούν
οι δύσμοιρες καρδιές που λύτρωση ζητούν,
εμπρός της έστρωσε Αυτός σαν δρόμο χλοερό
όλον τον κόσμο αυτό.

~ . ~

ΟΠΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΑ ΟΜΟΡΦΙΑ

Ω βλέφαρα σαν νέφη ωχρά, μάτια του αχνού του ονείρου,
τους ποιητές που αδιάκοπα παλεύουν και μοχθούν
την τέλεια την ομορφιά να κλείσουν μες στον στίχο
αρκεί μια γυναικεία ματιά, των ουρανών αρκούν
τ’ άμοχθα τα γεννήματα για να τους καταβάλουν:
γι’ αυτό η καρδιά μου κάθε αυγή, ο ύπνος σαν της νικά
τα βλέφαρα, κι ώσπου ο θεός τον χρόνο όλο να κάψει,
σε σένα θα υποκλίνεται και στ’ άστρα του μπροστά.

~ . ~

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Αποκαλόκαιρο ήτανε, η φίλη σου η στενή,
η ωραία γλυκιά γυναίκα εκείνη, εγώ κι εσύ
για ποιήματα μιλούσαμε και λέξεις.
Κι είπα «Έναν στίχο ώρες κι αν δουλέψεις
άμα πηγαίος δεν μοιάζει, σκέψη της στιγμής,
μ’ όλο το κόψε-ράψε σου ματαιοπονείς.
Πλάκες να τρίβεις πιο καλά γονατιστός
σε μαγειρείο ή σε νταμάρι σαν παλιός
κατάδικος πέτρες να σπας βρέξει-χιονίσει.
Ας θες η σύνθεση αρμονικά να ηχήσει
πρέπει από τούτα να κοπιάσεις πιο πολύ,
κι ας σε φωνάζουν χασομέρη οι κληρικοί
κι οι τραπεζίτες κι οι δασκάλοι οι θεατρίνοι
που “μάρτυρες” τους λέει ο κόσμος»… Τότε εκείνη
η ωραία γλυκιά γυναίκα που πολλοί βαθιά
στο στήθος θα ’νιωθαν να τους σκιρτά η καρδιά
αν τη φωνή της άκουγαν την απαλή,
απάντησε: «Είμαι γυναίκα πάει να πει –
κι ας μην μας λένε στα σχολεία γι’ αυτό –
πως ξέρω, έχει κόπο η ομορφιά». Κι εγώ:
«Απ’ τον καιρό του Αδάμ και της δικής του πτώσης
δεν έχει άλλο πιο έξοχο, αρκεί να ιδρώσεις.
Κάποιοι νομίσανε παλιά εραστές πώς μόνη
η αβροφροσύνη την αγάπη κραταιώνει,
κι ότι κανείς μπορεί του έρωτα τα πάθη
απ’ τα όμορφα ιπποτικά βιβλία να μάθει.
Μα πόσο μάταια φαντάζουν τώρα αυτά.»

Στ’ όνομα της αγάπης, πάψαμε μετά·
είδαμε το στερνό της φως να χύνει η μέρα
και στο γαλαζοπράσινο το τρέμισμα του αιθέρα
ένα φεγγάρι, όστρακο κούφιο ξεβρασμένο
απ’ το ποτάμι του καιρού το φουσκωμένο
που στ’ άστρα φτάνοντας ξεσπά, βροχή από χρόνο.

Είχα μια σκέψη να σου πω, σ’ εσένα μόνο:
ότι ήσουν όμορφη κι ότι είχα δώσει αγώνα εγώ
μ’ αυτόν τον τρόπο τον αβρό να σ’ αγαπώ·
ότι όλα γύρω τα ’ζωνε λες αρμονία και χάρη
μα είχαμε πια παλιώσει εμείς σαν το φεγγάρι.

~ . ~

ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΘΑΥΜΑΖΟΥΝ
ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥΣ ΣΤΑ ΝΕΡΑ

Γέροντες άκουσα να λεν
«το καθετί γερνάει,
και ένας ένας μας στo χώμα μέσα πάει.»
Είχανε δάχτυλα γαμψά
και γόνατα σφιγμένα
όπως τα βάτα απ’ τα νερά.
Γέροντες άκουσα να λεν
«ό,τι ’ναι όμορφο περνά, κυλά
καθώς κυλάνε τα νερά».

~ . ~

Η ΜΑΣΚΑ

«Τη χρυσοπύρινη τη μάσκα βγάλε αυτή
που ’χει μάτια σμαράγδια.»
«Ω μη, καλέ μου, μη ζητάς να βρεις
αν η καρδιά μου είν’ άγρια και σοφή
μα όχι κρύα κι άδεια.»

«Θα βρω ωστόσο τι υπάρχει εκεί,
αγάπη ή απάτη ίσως.»
«Η μάσκα μου ήτανε που εμπρός σ’ αυτή
στάθηκε ο νους σου, σκίρτησε η καρδιά,
όχι ό,τι κρύβει πίσω.»

«Εχθρός μου αν είσαι ή δεν είσαι εσύ,
αυτό πρέπει να μάθω.»
«Ω μη, καλέ μου· αλήθεια, τι ωφελεί
αν μες σ’ εσένα και σ’ εμένα ζει
τέτοιας φωτιάς το πάθος;»

~ . ~