Στον Λουκά

 

Μπήκαν στον χρόνο και μαζί του προσπεράσαν

ώρες, ημέρες, μήνες και χρονολογίες.

Έχουν ξεχάσει να θυμούνται πως ξεχάσαν

και να γυρεύουν συνεχώς δικαιολογίες.

 

Κι αφού περπάτησαν με πρόσωπο κρυμμένο

κι αφού στα όπλα γύρεψαν δικαιοσύνη

φτιάξαν το δίκιο τους με τ’ άδικο δεμένο

κι είδαν τ’ αστέρι στη σημαία τους να σβήνει.

 

Τώρα κοιτάζουνε εμάς που τους κοιτάμε

και απορούν με την δική μας απορία

καθώς ματώνουν στη σκανδάλη που πατάνε

-σ’ αυτό το «κλικ» που ξεγεννά την ιστορία.

 

Όσοι πληρώσανε και ξόδεψαν τα χρέη

βρήκαν απέναντί τους όλη τη γενιά τους

ήρθαν να ζήσουνε παράφορα μοιραίοι

κι ύστερα σβήνουνε σ’ ανώδυνους θανάτους.