Βαρύ είναι το χώμα που με σκεπάζει.
Ανάπαυση καμία δεν βρίσκω
στης γης καθώς είμαι τα σπλάχνα.
Στου τάφου μου τα βάθη
ασφυκτικά τρυπώνουν τα σκουλήκια στα μάτια μου.
Την ίριδα ροκανίζουν, το Θάνατο μην δω να καλπάζει.
Ένας ολόκληρος του κρανίου θίασος στήθηκε
πάνω από τον τάφο μου.
Του τσίρκου οι παλιάτσοι κι οι αρλεκίνοι
με βαριά βήματα χορεύουν
του θανάτου μου την παντομίμα.
Κι ένας σαλός ποδηλάτης οργώνει
με τους αγκάθινους τροχούς του
τα σπαρμένα στη γη κόκκαλά μου.

Με τα μαύρα ράσα του ο παπάς
στην τελευταία που μού ψιθυρίζει προσευχή
σκορπάει τις στάχτες της ψυχής μου
στην κάμινο τριών άγουρων νέων
που χόρεψαν εκστατικά μεθυσμένοι
από τα δάκρυα των αγγέλων
στη φλεγόμενη απάνω Βάτο.
Κάτι άωρα των νεογέννητων κορμιά
-αυτών που πέθαναν πριν της μάνας τους γνωρίσουν την αγκαλιά-
με τα πολύχρωμα στα χέρια τους μπαλόνια
σέρνουν τα βήματα τους
στο αποστεωμένο απάνω καύκαλο μου.

Αδελφέ μου Σατανά σπλαχνίσου με.
Για μια τελευταία φορά γύρνα το πρόσωπο σου σε μένα.
Μακριά καθώς είμαι από το φως
το όνομα σου είναι το ευαγγέλιο που μού έμαθαν να ψέλνω.
Χωμένος στον τάφο μου, κλεισμένος στο κιβούρι μου
σαν άγγελος καλπάζω στα μονοπάτια του Άδη με το λευκό μου μανδύα.
Περικοκλάδες και σάβανα ντύνουν τα οστά μου.
Με άνθη να ράνεις το σώμα μου.
Κολασμένε μου πρίγκιπα,
σαρκίο της αφάνειας, ανάμεσα σε μαύρες τουλίπες και αγκάθινα στεφάνια.
Με το αίμα μου βλασταίνει στην κόλαση του Ιεσσαί η ρίζα.
Στον ίσκιο της αναπαύονται κακομούτσουνα τελώνια.
Άγιο του Θεού πνεύμα λυτρώνομαι στο αίμα σου.
Ευλογημένε πλάστη της κόλασης δίδαξε με τις εντολές Σου.
Μαζί με τους κολασμένους και τους έκπτωτους προφήτες
ανάπαυσε την ερεβώδη ψυχή μου.

Βαρύ είναι το χώμα που με σκεπάζει.
Στον τελευταίο απάνω ασπασμό νιώθω του Σατανά τα χείλη
τη δική μου νεκρώσιμο να ψέλνουν ακολουθία.