Marc Chagall, πορτραίτο της Ε.Β.Γ, λάδι σε καμβά

       

Στην ευλύγιστη κατανόηση

της ανθρώπινης φύσης,

ώρα που γέρνει η ώριμη μελαγχολία

και στάζει σκουριά το φεγγάρι στο Λαζαρέτο,

απόψε δεν σε περιμένω

δεν με αφήνει η αμφιβολία

ο άκεντρος κύκλος της σκέψης σου

η απατηλή ασφάλεια της μοναξιάς,

η ξαφνική μπόρα που ξεπλένει τα κεραμίδια,

απόψε δεν με αφήνει να σε ονειρευτώ

η στέρφα αθωότητα.

 

Ασυγχώρητα τα χειμωνιάτικα τριαντάφυλλα,

αντέχει το άλικο χρώμα στην πάχνη

σε παγιδεύουν οι εικόνες,

τα εφτά πάθη στο βιτρώ της σάλας που δεν ξεθωριάζουν

τα χρυσά σύννεφα στη δύση,

τα νυχτερινά δάκρυα,

οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες,

το πολυκαιρισμένο κοστούμι στη ντουλάπα,

οι κάθετες ρυτίδες στο μεσόφρυδο,

οι λειχήνες στον τοίχο του κάστρου,

τα βραδινά λεωφορεία.

 

Να τα καταργήσεις όλα, όλα με μια χειρονομία

πριν νοσταλγικά αντηχήσουν

ξένα πια τα βήματα στο καλντερίμι,

απάνεμα είναι εδώ στη μικρή σοφίτα

απάνεμα από πλάνες και ψέμα

το τραγούδι ζητά να πετάξει από το παράθυρο,

όχι μακριά, να μέχρι εκεί στο απέναντι μπαλκόνι,

το βλέπεις κι εσύ, γλιστρά η ψυχή

αφήνοντας το λιωμένο μολύβι, φόβο κι άδικο.

Όλο και περισσότερο σκουραίνει

το αειθαλές πράσινο των κυπαρισσιών

πόσο πένθιμο αλήθεια στην καρδιά του Γενάρη.

 

Το ρολόι χτύπησε πέντε ξημερώματα,

τα νοτισμένα σεντόνια

τινάζονται κάνοντας θόρυβο,

έχουν τρεις μέρες κρεμασμένα στα μανταλάκια

από κάτι τέτοια ασήμαντα αντικείμενα

θαρρείς ορίζεται κάθε φορά η αιχμαλωσία,

αγεωγράφητο παράπονο

στην εσπέρα του βίου, η αλήθεια.

 

Αμάντευτος ο καιρός

σε λαϊκά στιχάκια, στο Μαντούκι

ραγίζουν τα παλιά κρύσταλλα γεμάτα προδοσία,

έρημα τα καντούνια στο Καμπιέλο

καλούν ασώματες σκιές,

βαθαίνει το βλέμμα

εξαγοράζοντας σιωπές μετράς τη νύχτα

ο χρωστήρας της τέχνης χωρίς ενοχές

σ’ έναν καμβά δικαιώνει φήμη,

ελευθερία, φαντασία και πάθος.

 

Καινούργιο αίσθημα ψυχώνεσαι

αυτοεξόριστη τού όχλου,

με την ευπρέπεια που έχουν

τα μαζεμένα σου γκρίζα μαλλιά,

κλείνεις τα μάτια

δεν θα μετρήσεις άλλα κρίματα

ούτε άχρηστα ενθύμια φτωχής αφής.

Στις άχρονες νύχτες, στην Κέρκυρα,

αρετή η λησμοσύνη

τού ονόματος των εχθρών.

 

Φτέρες σε πέτρες μαγγανείας

δίπλα ο κισσός βυζαίνει αίμα και μνήμη,

στον γδαρμένο τοίχο

ρωγμές γεμάτες ψιθυρίσματα,

απλώνεις τα χέρια

όλο το παίδεμα της ψυχής

σε μια βροχή λυτρώθηκε.

Τώρα ο άνεμος

χτενίζει την αλισάχνη στα βλέφαρα

και στην πληγή

όπως τότε, στις παλιές μέρες.

 

Αύριο, όταν το φως

σε μεγάλες πορτοκαλί κηλίδες

θα προτιμήσει ξανά

στην εσπέρα τού βίου

λατρεία στη γαλήνη τής σιωπής,

αγνοώντας

πειρασμούς εξουσίας, αμαρτία και θάνατο,

Αύριο, όταν το φως θα λάβει πρόσωπο,

ικετεύοντας τον ουρανό θα με θυμάσαι,

οι λέξεις κάτι θα σημαίνουν και για εσένα

Αύριο, νηπενθής άνεμος οι λέξεις.

 

Κέρκυρα 28 Ιανουαρίου 2021