Η ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΔΑΜ*

Ώριμο φρούτο το καλό, το δάγκωσε το φίδι
Κι έτρεξε το γλυκό ζουμί στα στήθη τα γυμνά
Μα το κακό σε ξίνισε και μύρισες ταξίδι
Και πώς με ρούχα ψεύτικα θα φέρεσαι σεμνά;

Κι όπως η Εύα τρύγησε απ’ τα μάτια σου τον πόθο
Θεός θεά αγκάλιασε σ’ ακόλαστη χαρά
Κι αμέσως το κατάλαβες ότι θα ζεις στον ζόφο
Καθώς η εξουσία του γνώση δεν συγχωρά

Μ’ απ’ το να ζήσεις τη βουβή θλίψη γιού δολοφόνου
Καλύτερα η πύρινη ρομφαία να σε βρει
Των Χερουβίμ που όρισε φρουρούς αιώνιου θρόνου
Από το δένδρο της ζωής κανείς να μην χαρεί

Η νίκη είναι βέβαιη μα θα περάσουν χρόνια
Θέλει αιώνες η αιώνια ζωή ν’ υποταχθεί
Να αντιτάξεις τον στρατό στα άβουλα τα πιόνια
Αυτόν που αγγέλους μάχεται χωρίς να φοβηθεί

Όπλα θα έχεις τους καρπούς που φύτρωσαν στη μήτρα
Χίλιες φορές απόσταξες τη γνώση του καλού
‘Ήρθε ο καιρός ν’ απαλλαγείς απ’ τη βαριά τη ρήτρα
Να είσαι πια εσύ θεός στη θέση του παλιού

Περιστρεφόμενες φωτιές δεν βρίσκεις πια στην πύλη
Έρημος πλέον η Εδέμ, πουλί δεν κελαηδά
Το φίδι άλλο πίστεψε το πνεύμα από την ύλη
Μονάχος τώρα απόλαυσε γνώσεις και γηρατειά

 

* «καὶ ἐξέβαλε τὸν Ἀδὰμ καὶ κατῴκισεν αὐτὸν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς καὶ ἔταξε τὰ Χερουβὶμ καὶ τὴν φλογίνην ῥομφαίαν τὴν στρεφομένην φυλάσσειν τὴν ὁδὸν τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς» (Γένεσις, 3,24)

ΟΙΚΕΙΑ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ

Έρημη πόλη αχνίζει φως στον δρόμο για τις γάτες
Χωρίς σημάδι ο θόρυβος ν’ αφήνει στα σεντόνια
Από κουρούνες ήσυχες που δεν ακούν διαβάτες
Ο χώρος κρύβει περσινές φωλιές για χελιδόνια

Ανάδρομα περνά η ζωή κρυφά μέσα στους ίσκιους
Μοιράζοντας γέλιο λειψό στα μάτια τα κλειστά
Μυρίζει άγρια χαρά σ’ ανθόκηπους περίσσιους
Νόμους ανίερους χαίρεται της μοναξιάς πιστά

Ελπίζοντας ν’ ανοίξουν πια τα σφραγισμένα δάση
Κι ορίζοντες για αισθήματα αποδημητικά
Κι όταν σαν βλέμμα καρφωθεί σε όσα είχε χάσει
Θα επανέλθουν τα πουλιά του χρόνου αρπακτικά

ΤΥΜΦΗ

Ο δρόμος ανηφορικός, της θάλασσας μακραίνει
Διώχνει το σώμα από παντού την περιττή αλμύρα
Μήπως ταιριάξει στου βουνού τη γλυκερή οδύνη
Που δεν αφήνει στα φυτά ξύλινη περηφάνεια
Με λίγη ανάσα προσπαθώ ν’ ακολουθώ το βήμα
Εκείνων που η δύναμη δεν ξέφτισε στα χρόνια
Εδώ ο πλούτος δεν μετρά τη δύναμη του ανέμου
Τα μάτια εδώ κατανοούν του χρώματος το ψέμα
Όλα τ’ αγκάθια κρύβουνε τα πιο ωραία άνθη
Το κόκκινο στα μάγουλα μόνο ντροπή δεν δείχνει
Βαθιά χοάνη ξεδιψά απ’ του χιονιού το κλάμα
Και στις χαράδρες πολεμούν φτερούγες τον αέρα
Κάστρο ορθώνεται άχτιστο, γεμάτο πολεμίστρες
Που αντί για λάδι και φωτιά είναι γεμάτες πάθος

Ελάτε γύρω μου πουλιά, σβαρνίστρες του μυαλού μου
Πετάχτε κατακόρυφα, βάλτε φωτιά στο γκρίζο
Να σηκωθεί ο δράκοντας, τα μάτια να ξεπλύνει
Και να κοιτάξει από ψηλά τη βροχερή κοιλάδα
Μήπως δεν δει στα πόδια του το ελάχιστο κορμί μου
Και καταφέρω να κρυφτώ ανάμεσα στα βράχια
Κι όταν ορμήξει σκοτεινός στα πέτρινα γεφύρια
Στη λίμνη του να βαφτιστώ, να πλύνω όλες τις μνήμες
Να επιστρέψω διάφανος στη θάλασσα που ξέρω
Στις αγκαλιές που αποζητώ, στα πιο θολά τοπία

ΟΝΕΙΡΩΝ ΤΟΠΟΙ

Ο τόπος των ονείρων μας απλώνεται στον χρόνο
Και όσο μεγαλώνουμε γεμίζει παρουσίες
Αυτές που αφήνουνε το φως και μας γεμίζουν πόνο
Κι εμείς πια ζούμε δυο ζωές, και δυο περιουσίες

Λένε ο ύπνος στα μωρά είναι τροφή και γνώση
Κι όταν ο έρωτας χτυπά, είναι χαμένες ώρες
Μ’ αργότερα αποζητάς τα δώρα του να δώσει
Ταξίδια μ’ όσους έχασες σε πυρωμένες χώρες

Χωρίς κανέναν έλεγχο, χωρίς αλήθειας φράχτες
Πετάς, αγγίζεις κι αγαπάς, τι άλλο να ζητήσεις;
Λένε συχνά δεν είν’ καλό το να σκαλίζεις στάχτες
Μα αν αυτό δεν είν’ ζωή, γιατί να θες να ζήσεις;

Καθώς γερνάς θ’ αποζητάς αυτό το ενύπνιο χάδι
Απ’ όλους που αγάπησες στη ζάλη του απείρου
Σε τόπους άχρονους να βρεις φως μέσα στο σκοτάδι
Κι ίσως μια μέρα θα βρεθείς κι εσύ σε τόπο ονείρου