Τα δάχτυλά σου κόμποι σα γαρύφαλλα.
Έκλαψα πολύ τότε.
Με τα γαρύφαλλα.
Μια φορά θυμάμαι,
είχε πέσει ένα γαρύφαλλο στο
ουίσκι μου, τυχαία,
και εγώ συνέχιζα να το πίνω.
Ήταν στο μπάσο ο Σάκης,
είχα βουτήξει με τα ρούχα στη
θάλασσα για αυτόν. Το φεγγάρι
σχημάτιζε μια θάλασσα, εγώ εκείνον,
η ταχύτητα είχε την δική της αδράνεια.
Όλα ήταν σωστά στο πλήθος
όπου νερό και λουλούδι
σαν εραστές όλοι ακολουθούσαμε
σαν μεγάλες λευκές γραμμές ή
γκουρμέ καβούρια πνιγμένα στο ουίσκι.

`

Έριξε μια βροχή…
Εσύ που πας τόσο θνητός, ήρθε ο χειμώνας.
Η ζεστασιά της άμμου, η μυρωδιά της και η δαγκωματιά,
η δύναμη απ το μυϊκό σου σύστημα, η χαραγματιά
το πρόσωπό σου που αλλάζει,
όλα αυτά στο στήθος μου φωλιάζουν
φανερώνονται τη νύχτα, ανάμεσα σε πτυχές ύπαρξης και σάρκας
που μετακινήθηκαν από τον επίμονο θόρυβο του ψιλόβροχου
Κι εσύ, μέσα στον ύπνο σου απάντηση δεν έχεις,
ενώ είδες όλα της καρδιάς τα λυχναράκια αναμμένα,
απ το κατώφλι όχι μακριά, και όμως, εκεί που σπαρταράει το
φύλλο,
εκεί λοιπόν, που με τη μοίρα δεν τα βάζει άντρας κανείς,
και μια γυναίκα μόνη κλαίει, τάχα ποια θα ναι η τόλμη σου η
καινούρια;

`

*

Eλα να παίξουμε με όση ζωή διαθέτεις.
Να παίξουμε βρώμικα, να πάρεις μια θέση στο
μπουρδέλο των συναισθημάτων σου τέτοια που
όλα να στα επιτρέπει. Να γίνεις σχεδόν ποιητής
με τα χέρια στις τσέπες που δεν αποκαλύπτουν
τις φλέβες σου τις γαλάζιες, να προχωράς
γράφοντας με το βλέμμα. Έλα να παίξουμε,
να κάνουμε ματάκια, να γίνουμε οι χειρότεροι
των δήμιων, να αφήνουμε έναν αρουραίο
στην κοιλιά ο ένας του άλλου που καταβροχθίζει.
Τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί όσο
υπάρχει η λήθη σε ένα ξεχασμένο βασίλειο.
Κατάπιε κάτι ανθυγιεινό, όπως τον κόμπο των ονείρων
αφού με αγάπησες τόσο
πέθανε μπροστά στα μάτια μου και μη ζητάς
σωτηρία καμιά.
Κατάγομαι από εκεί, που ζωντανεύει με λέξεις
ότι χλομιάζει μπρος τα μάτια σου.
Αγάπα με φρικτά, αυτό είναι το δώρο μου.

`

*

Ζούμε απ το θάνατό μας
ακούγονται τριγμοί του σκελετού μας σε κάθε σκαλί
ένα τικ τακ του ρολογιού που χτυπάει
παλάμη σε καπούλια αλόγου
ένα βατράχι που απλώνει γλώσσα για το αίμα του κουνουπιού
Είμαστε παιδιά όλοι κυκλωμένα από κόσμο και ονειρευόμαστε
ότι ζούμε
ένας θόρυβος στην άκρη της σιωπής
Με λερωμένα χέρια και με μια δίψα και με μια μέλισσα
τριγύρω σαν τσουχτερή τρυφεράδα
και με ασημένια καδένα νεκρού στο λαιμό
Μόνη η ζωή τελικά μα ολόγυρα μας προσευχηθήκαμε,
και νερό ήπιαμε από βρεγμένο σώμα
αγωνία και οχιά που ξυπνάει στο αίμα μας όλο μας το μετάξι
Όχι ψωμί μονάχα δίπλα μου να κάθεσαι
αλήθεια, τι ώρα πέφτει στο πρόσωπο του φίλου;
και η μάνα μέσα μας νεκρή από χρόνια, γιατί μιλάει με το στόμα
μας;
Έλα πιάσε με, εγώ είμαι φάντασμα, αλήθεια σου λέω
πίνω απ το ποτήρι σου και γίνεσαι ένα ζώο με μάτια
ο μέρμηγκας μου πολλαπλασιασμένος που γνωρίζει ότι αγνοώ
ένας παραλογισμός από καλοκαίρια κρυμμένος πίσω από ένα
στίχο
Ο θάνατος; Αργεί!

`

*

Στο τέλος θα αρρωστήσουμε και θα κοιτάμε ταβάνια.
Μη λυπάσαι, ένα ραδιάκι στο κομοδίνο δίπλα
μας και μια καινή διαθήκη
θα παίζει: στο άδειο μου πακέτο απόψε μπήκες
τυλιγμένοι, σε σεντόνια άσπρα με κηλίδες κίτρινες
άκαπνοι, θα κρυφοκοιτάμε απ το παράθυρο φωτιές
και ένα παιδί σε κάποιον κήπο, όχι πολύ μακριά από κει
που μας άφησε η άνοιξη, θα μετράει το χρόνο με αστέρια
και θα βιάζεται να μεγαλώσει να φτάσει στο ύψος τη
μάνα του και να της πει, κοίτα πως μεγάλωσα…
έγινα παντοτινός σαν και σένα

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ