Πριν από χιλιάδες χρόνια σε αυτήν την ίδια οικοδομή, στο 2o όροφο, μετακόμισε ένας 20χρονος Λαρισαίος, ο Ντάλλας. Ο Ντάλλας ήταν κοντός, πολύ κοντός. Είχε μετρηθεί, όταν ήταν στο Γυμνάσιο και ήταν 2 πήχεις και 1 παλάμη. Αφού απολύθηκε στα 15 του από φαντάρος, υπηρετώντας στο Γ΄ τάγμα σφενδονιστών, γράφτηκε στη Πολυτεχνική Σχολή Θεσσαλίας, από όπου και αποφοίτησε με το πτυχίο του πεταλωτή. Στη συνέχεια ξεκίνησε πρακτική σε μια πολυελλαδική εταιρεία στην ειδικότητά του και επειδή ήταν άξιος και καπάτσος, του έγινε πρόταση να έρθει στα κεντρικά στην Αθήνα. Έτσι, λοιπόν, κρατώντας μια παλιά, δερμάτινη, πορφυρή βαλίτσα εμφανίστηκε σε αυτό το ίδιο κατώφλι. Η οικοδομή ήταν παλιά και το διαμέρισμα μικρό και χαμηλοτάβανο. Αλλά, δεν το πρόσεξε καν.
Ο Ντάλλας από μικρός ήταν διαφορετικός. Εξαιτίας της εξωτερικής του εμφάνισης, ο παππούς του από την μεριά της μάνας του, που ήταν από ένα χωριό της Σπάρτης, τον αποκλήρωσε και έτσι μεγάλωσε φτωχικά στη Λάρισα, στις εργατικές κατοικίες. Η μάνα του απαρνήθηκε την περιουσία της, τους δούλους και τις ελιές στην Σπάρτη και ακολούθησε τον πατέρα του στην Λάρισα. Άνοιξε ένα μαγαζάκι με φο μπιζού. Ο πατέρας του ήταν γνωστός κλασικός σουρεαλιστής ποιητής, αλλά τα έργα του σταμάτησαν να πουλάνε την τελευταία δεκαετία. Ήταν τότε που εμφανίστηκε το “Νουβέλ Βαγκ” και σαν τυφώνας αναθεώρησε τα πάντα στην τέχνη. “Γαμημένος ρεαλισμός!!”, έλεγε συνέχεια ο σουρεαλιστής πατέρας του, κάθε φορά που εμφανιζόταν κάποιος καινούργιος αυτόχρηστος <<καλλιτέχνης>> στα καλλιτεχνικά νέα. “Που είναι η δημιουργικότητα στο γαμημένο τον ρεαλισμό!”. Έτσι, με αυτήν την στροφή στην τέχνη δυσκόλεψαν και τα οικονομικά της οικογένειας. Όχι, ότι τους έλλειπε το φαγητό από το τραπέζι, αλλά δεν υπήρχε η άνεση για ταξίδια και συναυλίες. Του άρεσε να ακούει τις ιστορίες και τις απίστευτες διηγήσεις των γονιών του για αυτά που κάνανε όταν ήταν νέοι και υπήρχαν στιγμές που ένοιωθε ότι ήταν και αυτός μαζί τους. Σίγουρα, υπήρχε αγάπη και επικοινωνία στο σπίτι. Ο πατέρας του καμάρωνε που ο Ντάλλας μεγάλωσε διαβάζοντας κλασική Ελληνική λογοτεχνία και ακούγοντας τις παλιές κασέτες του. Ο Ντάλλας ήταν αυτό που λέμε ‘’easy going’’ και ταυτόχρονα προσπαθούσε να εφαρμόζει την σωφροσύνη που του είχε διδάξει με τόσο ζήλο η οικογένεια του. Στο σχολείο ήταν καλός μαθητής και ιδιαίτερα δημοφιλής. Τον αγαπούσαν όλοι και μάλιστα σαν τελειόφοιτος εκλέχθηκε πρόεδρος του δεκαπενταμελούς.
Ήταν όμως διαφορετική παρουσία και το ήξερε. Ώρες ώρες ένοιωθε να αλλάζει η όψη του χώρου γύρω του όταν πλησίαζε. Η εξωτερική του εμφάνιση τον έκανε να ξεχωρίζει και όχι απαραίτητα με την καλή έννοια. Ήταν μαυριδερός, σαν την μάνα του, είχε κοντά και παχουλά χέρια και δάχτυλα σαν λουκανικάκια. Είχε ένα άνισα μεγάλο προγούλι και όταν χαμογελούσε ή όταν εκνευριζόταν τα μάγουλα του πίεζαν τα σχιστά μάτια του και κρυβόντουσαν πίσω από τα χοντρά μαύρα φρύδια του, με αποτέλεσμα να μην καταλαβαίνει κανείς την διαφορά. Συνέχεια κάτι μασουλούσε με όρεξη, κάτι που άφηνε ψίχουλα και πάντα είχε κάποιο μπενιλίκι στην τσέπη του, έτοιμος να το μοιραστεί. Ήδη από τα 17 του ξεκίνησε η σταδιακή αραίωση στην κόμη του, στην εμπρόσθια γραμμή, στους κροτάφους και στο πάνω μέρος της κεφαλής. Στα 19 του η αραίωση έφτασε μέχρι σε βαθμό λείανσης, με καθόλου τριχοφυΐα σε βαθμό μέχρι και όλου του κεντρικού τμήματος του κεφαλιού, αφήνοντας τρίχες μόνο στο στεφάνι γύρω από τα αυτιά και στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Μετά από χρόνια διάβασε σε ένα φυλλάδιο της Vichy, ακριβώς την ίδια περιγραφή και συνειδητοποίησε ότι έπασχε από ανδρογενετική αλωπεκία.
Αυτό, όμως, που ξεχώριζε στην παρουσία του ήταν το βλέμμα του. Τα μικρά, καστανά, γουρουνίσια μάτια του θαρρείς και είχαν δική τους νοημοσύνη και έβλεπαν τα πράγματα που είχαν σημασία και αντιδρούσαν ανάλογα.
Ο Ντάλλας γνώρισε την μέταλ από τον θείο του, τον Αγάθωνα, τον αδερφό του πατέρα του. Ο Αγάθωνας ήταν γνωστός μεταλλάς στη Λάρισα και ραδιοφωνικός παραγωγος με τεράστια συλλογή βινυλίων. Τον αγαπούσε πολύ και από μωρό τον φώναζε Dio. Όταν ήταν να μετακομίσει στην Αθήνα ο θείος του, του έκανε δώρο ένα Walkman Sony και του έγραψε πάνω από 30 κασέτες με όλα τα κλασικά. Του έδωσε χαρτζιλίκι χοντρό και του τον έβαλε να υποσχεθεί ότι θα τα φάει αποκλειστικά σε μπυρόνια και υποβρύχια στο Nurse Bettie, ένα μεταλλάδικο που σύχναζε ως φοιτητής.
Έτσι, λοιπόν, ο Ντάλλας στα 20 του βρίσκεται στην κοσμοπολιτική Αθήνα, στο δικό του σπίτι και ξαφνικά για πρώτη φορά στη ζωή του, τον κυριεύει ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα. Πρέπει να ζήσει! Πατάει γερά στα πόδια του και αυτό που του μένει είναι να γεμίσει εμπειρίες σωστές. Παρά τις μέχρι τότε επιτυχίες του, ένιωθε ότι πάντα κάτι του έλειπε. Ήξερε, όμως, ότι το σχολείο, ο στρατός, η σχολή, η Λάρισα, οι γονείς του και η χέβι μέταλ ήταν τα εφόδια του.
Η πρώτη μέρα στη δουλειά ήταν τζετ. Αφού παρουσιάστηκε στο Human Resources, τοποθετήθηκε σε ένα γραφείο στον 3ο στο τμήμα R&D των πετάλων. Δεν το πίστευε! Είχε το δικό του γραφείο, δίπλα στο σχεδιαστήριο και στους 20 πήχεις βρισκόντουσαν γνωστοί σχεδιαστές, πολλούς από τους οποίους τους ακολουθούσε στα social media. Εκ δεξιών του, παρατήρησε ότι καθόταν η πιο όμορφη γυνή που είχε δει στο βίος του. Ήταν στην ηλικία του και φορούσε ένα χυτό, vintage, πουά πέπλο και ένα μαλακό λευκό στρόφιο στη στενή μέση της. Στο Ipod της, είχε στο pause Wolfsheim. “Καλή και η οστρογοτθική dark wave”, σκέφτηκε ο Ντάλλας, “αλλά πολύ ψαγμένα και πολύπλοκα πράματα ρε γμτ. Και ούτε σολίδια, ούτε διπλοπεταλιές”. Του ήρθε στο νου του το ένα κομμάτι τους, το “Blind” ! “Ωραίο μπασάκι” σκέφτηκε και άφησε το μυαλό του να ταξιδέψει σε μια σεκάνς, που μόλις έσωσε τη γυναικί αυτή από έναν τρομερό, physical κατά προτίμηση κίνδυνο και τον κοιτούσε στα μάτια με έκπληξη, θαυμασμό, ευγνωμοσύνη, αγάπη και πάθος ταυτόχρονα. Ο πατέρας του είχε μιλήσει με πάθος για αυτό το εξαιρετικά σπάνιο και αρχέγονο βλέμμα των γυναικών. Υπάρχει σε όλες τι γυναίκες βαθιά και μοιραία κρυμμένο και η ύπαρξη τους η ίδια επιλέγει σε ποιον θα το χαρίσουν. Όταν το κερδίσει ένας άντρας, εξισώνεται με τον Δία, καθώς είναι το μόνο τρωτό, ερωτικό αλλά και συνάμα θεϊκό του κομμάτι, αυτό το βλέμμα των γυναικών που τον απομακρύνει ακόμη και από την Ήρα. Όταν μια γυνή επιλέξει να στο χαρίσει νιώθεις διαχρονικά, υπαρξιακά και ατελείωτα staff. Αυτό το βλέμμα ο πατέρας του ο σουρεαλιστής, το έλεγε λατρεία. “Keep it true”, ψιθύρισε ο Ντάλλας στον εαυτό του, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, καθώς περνούσε από δίπλα της. Μύριζε φρεσκοκομμένα άνθη λωτού το σύμπαν ολάκερο. Η γυνή αυτή ήταν χαλαρή και μιλούσε χαμογελαστή σε έναν γκριζομάλλη σχεδιαστή σχετικά με μια παλιά συνεργασία τους. Αυτός ο ξανθός άγγελος με τα τεράστια γαλαζοπράσινα μάτια, λεγόταν Αιδιναρία και ήταν από ένα χωριό έξω από τις Σίρις.
Πρώτη μέρα στη δουλειά, λοιπόν. Η γραμματέας Αριάδνη τον καλημέρισε στον γκισέ. Ήταν μια μεσήλικη, καλοντυμένη τριαντάρα, Αθηναία βέρα, αδύνατη και ασθενική, με γαμψή μύτη και χαρούμενα μαύρα μάτια. Στη συνέχεια τον ξενάγησε στον χώρο, ενημερώνοντας τον με επαγγελματισμό και τεχνικούς όρους σχετικά με τις διαδικασίες και τις ιεραρχίες. Ο Ντάλλας, μετά την ενδιαφέρουσα ενημέρωση κάθισε πρόθυμα στο γραφείο του και άνοιξε μια περγαμηνή με το όνομά του γραμμένο από έξω. “Η πρώτη μου δουλειά”, σκέφτηκε! Ήταν βοηθός επιθεωρητή σε ένα καινούργιο project, που αφορούσε στον σχεδιασμό ποιότητας ενός innovative μοντέλου πετάλων για καθαρόαιμα άλογα Σκύρου. Το project αυτό υπαγόταν σε ένα τεράστιο outsourcing κατασκευής όλων των πρώτων υλών σε ένα τεράστιο εργοστάσιο στην Κνωσό. Είχε διαβάσει στο “Επιχειρηματικός Γνώστης” για αυτό το outsourcing και τον είχε στεναχωρήσει. Στην Κνωσό είχαν άπειρους σκλάβους με χαμηλό μεροκάματο και υπερσύγχρονα logistics. Το επίσημο risk management της εταιρείας, έδειχνε ξεκάθαρα ότι το outsourcing αυτό θα έφερνε κερδοφορία από το πρώτο κιόλας εξάμηνο. Πολλοί όμως θα χάνανε τελικά τη δουλειά τους. Ωστόσο, το project είχε ήδη ξεκινήσει και αυτός έπρεπε να τα δώσει όλα. “Know your enemy”, λεν και οι RATM σκέφτηκε, αλλά ο ίδιος ήταν μεταλλάς και ιδεολογικά ήταν πιο κοντά στον Μακεδονικό Καπιταλισμό, aka Πανελληνικάνα.
Άνοιξε με αγωνία τον πάπυρο του project. Ο τίτλος του ήταν “Μέταλλα”!
“Keep it true”, σκεφτηκε. Φόρεσε ακουστικά και έβαλε το “British Steel”. Ξεκίνησε δουλειά! Μετά έβαλε “Ιmages and Words” από Θίατερ, μετά το γύρισε σε Rainbow, σε Μπαθορι, μετά σε Isis και ξαφνικά έπαιξε “Guyana” και επανήλθε στην πραγματικότητα. Είχε τελειώσει ολόκληρο το project τέσσερα ορχηστρικά των Opeth, πριν. Είχε νυχτώσει και ο κόσμος αραίωνε στο γραφείο. Σηκώθηκε και πήγε να βρει την Αριάδνη. Καθόταν στο γραφείο της σταυροπόδι, κρατώντας ένα sudoku μισοάδειο και δάγκωνε με νευρικότητα και ευχαρίστηση ταυτόχρονα την γραφίδα της. Όταν τον είδε όρθωσε επαγγελματικά την μέση της και δίπλωσε φιόγκο σταυροπόδι τα πόδια της. Μια φορά προσπάθησε και ο Ντάλλας να κάνει ένα τέτοιο ντελικάτο σταυροπόδι. Τα κατάφερε, αλλά για λίγα μόνο δευτερόλεπτα.
-Χαίρε, Αριάδνη. Σου αφήνω το project. Λέω να πάω να πιω κάνα μπυρόνι, της είπε με κοφτή φωνή και ελαφρύ χαμόγελο. Η Αριάδνη τον κοίταξε με ύφος που κυμάνθηκε από ελαφρύ κολλημένο χαμόγελο, σε ελαφρύ εκνευρισμό και τέλος σε τυπική επαγγελματική νευρικότητα.
-Χαίρε Ντάλλας… Η φωνή της ήταν σταθερή, αλλά αδύναμη. “Δεν στο είπα πριν, αλλά αυτό το project είναι για τον επόμενο μήνα. Έχεις έναν μήνα!! Δεν γίνεται να το τέλειωσες σε μια μέρα. Ξαναδέστο, γιατί ο αναπληρωτης CEO κος Επαμεινώνδας θα σε απολύσει”.
-Εχ’ ηρέμα! Όλα είναι under control. Keep it true Αριάδνη, της απάντησε με σταθερή φωνή, φόρεσε την παλαιστινιακή μπαντάνα του και έσφιξε την γροθιά του μπροστά της τεντώνοντας το χέρι του. Η Αριάδνη ξαφνιάστηκε στην αρχή, αλλά βλέποντας την ειλικρινή αντικομφορμιστική συμπεριφορά, ξαφνικά θυμήθηκε τον αδερφό της που είναι και αυτός μεταλλάς και του χαμογέλασε ελαφρώς άβολα.
-Χτύπα!, της λέει με σίγουρη φωνή, κοιτώντας την στα μάτια. Η Αριάδνη, παίρνει μια ανάσα γρήγορη, σπάει το σταυροπόδι φιόγκο, πιάνει με το ένα χέρι σταθερά την άκρη του γραφείου της, σφίγγει την γροθιά της και χτυπάει με μέτρια δύναμη την γροθιά του.
Ο Ντάλλας της σκάει τότε ένα τεράστιο χαμόγελο.
-Ευχαριστώ, νομίζω το χρειαζόμουν, του απαντά με νάζι και ευγνωμοσύνη ταυτόχρονα.