Ένα αεράκι που σε φυσά καταπρόσωπο αρκεί στο μέσο ανθρώπινο νου ως γεγονός για να πυροδοτήσει σκέψεις που σχετίζονται με την πνοή του. Φανταζόμενοι έναν πρωτόγονο Homo sapiens πριν από εκατό χιλιάδες χρόνια σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό για την επιβίωση φυσικό περιβάλλον, μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε ότι θα ήταν δύσκολο έως αδύνατο ο ίδιος να αναζητούσε διαδικασία που θα ερμήνευε τη δροσερή πνοή στο πρόσωπό του και εύκολο να νιώθει είτε ότι το αεράκι εστάλη από κάποιο πρόσωπο είτε ότι το ίδιο το αεράκι είναι πρόσωπο.

Αποδεχόμενος κανείς ότι ένα φαινόμενο προκαλείται από πρόσωπο (ή είναι πρόσωπο) ταυτοχρόνως καθίσταται έτοιμος να αποδώσει στο πρόσωπο τις ιδιότητες του που βιωματικά γνωρίζει: την πρόθεση, την επιδίωξη, την οργή, τη διδαχή. Ένα αεράκι στο πρόσωπο μπορεί να διανθιστεί σε τέτοιο βαθμό από την ανθρώπινη φαντασία στους άξονες του χώρου και του χρόνου, ώστε οι ερμηνείες, η θέση του στα πράγματα και οι συμπεριφορές που παρουσιάζει σχεδόν να υποκαθιστούν την απλή, απλούστατη εμπειρία της καταπρόσωπο πνοής.

Κοιτάζοντας τις σύγχρονες επιστημονικές ερμηνείες για τα φαινόμενα, από την πνοή του ανέμου ως το γιατί τα ψάρια δεν πεθαίνουν σε μια παγωμένη λίμνη κι από την προέλευση της ύλης έως την προέλευση του ανθρώπου, διαπιστώνουμε ότι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία (μια εξαίρεση: Crick et al, 1973), ούτε αναζητούν ούτε περιλαμβάνουν πρόσωπα. Οι επιστημονικές ερμηνείες αντιμετωπίζουν τα φαινόμενα ως φυσικά και για την ερμηνεία τους προτείνουν και ελέγχουν διαδικασίες.

Πώς, όμως, συνετελέσθη αυτή η μετατόπιση στην ανθρώπινη αντίληψη; Πώς ο πρωτόγονος άνθρωπος του παραδείγματός μας έπαψε να λαχταρά την ύπαρξη προσώπων πίσω από τα πράγματα, εμβριθώς αναζητώντας διαδικασίες; Η ορθολογικότερη απάντηση που μπορεί να δώσει κανείς είναι ότι αυτή η μετατόπιση ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Αυτό που διαπιστώνει κανείς με μια ψύχραιμη ματιά στη σύγχρονη πραγματικότητα είναι πως η μονοκαλλιέργεια της πρωτόγονης αντίληψης που κυριαρχείται από υπερφυσικές, μυστικιστικές και απρόβλεπτες δυνάμεις έδωσε χώρο ύπαρξης στη φυσική των πραγμάτων ερμηνεία.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσαμε να αποτολμήσουμε μιαν υπόθεση εργασίας: ότι κατά την εξελικτική πορεία του ανθρώπου, παρουσιάστηκαν νόες με την έμφυτη τάση να ερμηνεύουν διαφορετικά (με ό,τι τούτο μπορεί να συνεπάγεται για τη φυσιολογία του εγκεφάλου τους και τη γενετική τους ιδιοσυστασία), όντας, ταυτοχρόνως, έτοιμοι να αποδεχθούν και στο ψυχολογικό επίπεδο ένα νέο προσανατολισμό ερμηνείας.

Όσο ωραία φωνή κι αν διαθέτει ένας αοιδός, το κοινό αποκλείεται να την απολαύσει αν αυτός αρνείται να τραγουδήσει, κυριευμένος, για παράδειγμα, από το άγχος και την αγωνία. O παλαιοντολόγος Kurt Wise είναι, ίσως, μια τέτοια περίπτωση. O Wise έλαβε το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο του Harvard σε ηλικία τριάντα ετών, μελετώντας υπό τον αείμνηστο Stephen Jay Gould. Aπό φέρελπις παλαιοντολόγος, όμως, κατέστη περίγελως της ακαδημαϊκής κοινότητας, μην μπορώντας να αποδεχθεί την αντίθεση των ευρημάτων της επιστήμης του με τα εις τη βίβλο περιγραφόμενα. Τελικώς ο Wise έγινε μια ηγετική μορφή του κινήματος του Δημιουργισμού, το οποίο εντοπίζει τη Δημιουργία στο πρόσωπο του Θεού, προσανατολισμός που ελάχιστα διαφέρει από τη συλλογιστική του πρωτόγονου Homo sapiens με τον οποίο ξεκινήσαμε τη συζήτησή μας. Φυσικά, η εσωτερική αναζήτηση και αποδοχή της διαδικασίας που ερμηνεύει ένα φαινόμενο δεν έχει μόνο να αντιμετωπίσει ψυχολογικές προκλήσεις που αρχίζουν και τελειώνουν στο ατόμο, αλλά και προκλήσεις που σχετίζονται με τις κοινωνικές αντιδράσεις στις σκέψεις που εκτρέπονται από το σύνηθες.

Η ερμηνεία που ο άνθρωπος δίδει στα πράγματα έχει μια έντονη βιωματικά διάσταση που σίγουρα θα μπορούσε να αποτυπωθεί σε φυσιολογικές μελέτες και εγκεφαλικές απεικονίσεις. Η πίστη σε υπερφυσικά κινούντα αποτελεί το δίχως άλλο μια ηδονιστική εμπειρία (Ferguson et al., 2016), επί της οποίας οικοδομούνται ήθη, έθιμα, θεσμοί και φανατισμοί (η πίστη και η μισαλλοδοξία είναι σύμφυτες όσο και τα νευτώνεια ζεύγη δυνάμεων, η δράση και η αντίδραση).

Στην παγκόσμια κοινωνία του 21ου αιώνα, ο πρωτόγονος άνθρωπος και ο ριζοσπάστης επιστήμονας συνυπάρχουν με παρόμοιας εντάσεως λάμψη. Οι εκκλησίες κρατούν όσο και τα ερευνητικά ιδρύματα, αν όχι περισσότερο. Η διακίνηση χρήματος γύρω από τη δεισιδαιμονία, την προκατάληψη και την ψευδοεπιστήμη (ομοιοπαθητική, αστρολογία, πίστη στο υπερφυσικό) συγκρίνεται ευθέως με τους πόρους που διακινούνται για την πρόσβαση στη νέα γνώση. Η ηδονιστική για τον ανθρώπινο εγκέφαλο εμπειρία της πρωτόγονης πίστης ομού με την ηδονιστική (και χρονικά μεταγενέστερη) βίωση της παραγωγής νατουραλιστικών εξηγήσεων συντηρούν δύο αντίρροπες δυνάμεις.

Η δυσκολία εύρεσης ενός νου που παρουσιάζει υψηλό ερμηνευτικό δυναμικό μπορεί να ερευνηθεί ποικιλοτρόπως κατά την εκπαιδευτική διαδικασία στη δευτεροβάθμια ή και την τριτοβάθμια εκπαίδευση, σε συνθήκες προσομοιωτικές εκείνων που αντιμετώπισαν οι ερευνητές του παρελθόντος. Τα μενδελικά πειράματα αποτελούν άριστο πεδίο διερεύνησης.

Ο Γρηγόριος Μέντελ, ένας Αυστριακός μοναχός που δημοσίευσε την εργασία του πριν από δύο περίπου εκατονταετηρίδες, είναι ο πατέρας της σύγχρονης Γενετικής. Πρόκειται για τον πρώτο επιστήμονα που ασχολήθηκε σοβαρά με τους μηχανισμούς της κληρονομικότητας, σχεδιάζοντας και υλοποιώντας μια εξαντλητική πειραματική διαδικασία που περιελέμβανε την καλλιέργεια είκοσι εννέα χιλιάδων μοσχομπίζελων. Πολλοί δάσκαλοι βιάζονται να παρουσιάσουν τα μενδελικά πειράματα στους μαθητές ή τους φοιτητές τους συμβολίζοντας γονίδια και πραγματοποιώντας διασταυρώσεις.

Το έργο του Αυστριακού μοναχού αδικείται κατάφωρα από αυτήν την παρουσίαση. Σκοπός της όλης περιγραφής θα μπορούσε να είναι η ανίχνευση του μαθητευόμενου που μπορεί να ερμηνεύσει τα αποτελέσματα των κλασσικών αυτών πειραμάτων, ερχόμενος απευθείας αντιμέτωπος με τα ευρήματα ενός επίπονου πειράματος που δε χρειάστηκε ο ίδιος να πραγματοποιήσει.

Προτού ο Μέντελ προχωρήσει στις διασταυρώσεις του, φρόντισε να αποκτήσει στελέχη αμιγή για την ιδιότητα που θα μελετούσε, δηλαδή στελέχη τα οποία θα έδιναν διαρκώς τον ίδιο φαινότυπο ως προς την υπό μελέτη ιδιότητα όσες φορές και αν αυτογονιμοποιούνταν. Για δύο χρόνια ο ερευνητής προέβη σε διαδοχικές αυτογονιμοποιήσεις προστατεύοντας τα φυτά στον κήπο του μοναστηριού του, προκειμένου να μη διαταραχθεί το πείραμά του από ανεπιθύμητες γονιμοποιήσεις. Τοιουτοτρόπως απέκτησε στέλεχη αμιγή ως προς διάφορες ιδιότητες (μήκος μίσχου, χρώμα σπέρματος, μορφή σπέρματος) τα οποία τώρα μπορούσε να διασταυρώσει με τρόπο που θα του προσέφερε πληροφορία για τον τρόπο που κληρονομούνται οι ιδιότητες αυτές. Ας δούμε μια μενδελική διασταύρωση που εξήταζε τον τρόπο κληρονομικότητος του ύψους των φυτών:

ΑΜΙΓΕΣ ΨΗΛΟ ΜΟΣΧΟΜΠΙΖΕΛΟ * ΑΜΙΓΕΣ ΚΟΝΤΟ ΜΟΣΧΟΜΠΙΖΕΛΟ

Εκ της διασταυρώσεως αυτής που επανειλημμένως επαναλήφθηκε προκειμένου να προκύψει ικανός αριθμός απογόνων για την ασφαλή εξαγωγή συμπεράσματος, ο ερευνητής διαπίστωσε ότι προκύπτουν μονίμως ψηλοί απόγονοι. Ο «παράγοντας», επομένως, που ευθύνεται για το χαμηλό ύψος, μολονότι προφανώς εκληρονομείτο σε απογόνους, δεν είχε επίπτωση στο φαινότυπό τους. Προφανώς ο Μέντελ δε γνώριζε ποιος ήταν αυτός ο παράγοντας, γνώριζε, όμως, ότι περιεχόταν στη γύρη και τα γεννητικά κύτταρα των ωοθηκών του άνθους. Στη συνέχεια ο Μέντελ διασταύρωσε τα ψηλά μοσχομπίζελα της πρώτης θυγατρικής γενεάς μεταξύ τους και διαπίστωσε ότι στη δεύτερη θυγατρική γενεά προέκυπτε μια σταθερή αριθμητική αναλογία τριών ψηλών μοσχομπίζελων προς ένα κοντό μοσχομπίζελο.

Ο μαθητής ή ο φοιτητής που έρχεται πρώτη φορά αντιμέτωπος με αυτά τα δεδομένα, λαμβάνει έτοιμη την πληροφορία που χρειάστηκε βαθεία φροντίδα και απύθμενη υπομονή για να αποκτηθεί. Έχοντας διανύσει μέσα σε λίγες στιγμές μια βασανιστική διαδρομή, βρίσκεται αντιμέτωπος με το ερώτημα: πώς ερμηνεύονται τα αποτελέσματα αυτά;

Η διαδρομή του γράφοντος σε αίθουσες εκπαίδευσης δεν έχει ακόμη υποδείξει τον ένα που μπορεί να δώσει μια ικανοποιητική ερμηνεία. Κι όμως, οι εξηγήσεις που παρείχε ο Μέντελ ήταν απλές, σχεδόν αυτονόητες. Υπέθεσε ότι κάθε αμιγές στέλεχος της αρχικής διασταυρώσεως διαθέτει δύο φορές τον ίδιο υψοκαθοριστικό παράγοντα, έστω Ψ για τα ψηλά μοσχομπίζελα και ψ για τα κοντά. Τα γεννητικά κύτταρα των μεν θα περιέχουν μία φορά τον Ψ παράγοντα, τα γεννητικά κύτταρα των δε τον ψ. Όλοι οι απόγονοι της πρώτης θυγατρικής γενεάς θα είναι Ψψ. Εξ αυτού εξάγονται δύο συμπεράσματα: α) ότι η συνύπαρξη των δύο «παραγόντων» δεν οδηγεί σε κάποιον ενδιάμεσο φαινότυπο β) ότι η δράση του Ψ «παράγοντα» «σκεπάζει» τη δράση του ψ. Διασταυρωνόμενα τα φυτά της πρώτης θυγατρικής γενεάς μεταξύ τους, δίδουν άπαντα γαμέτες σε ίση αναλογία που περιέχουν είτε τον Ψ είτε τον ψ «παράγοντα». Συνδυάζοντας, λοιπόν, ελεύθερα τους γαμέτες δύο γονέων που περιέχουν και τον Ψ και τον ψ «παράγοντα» έχουμε:

ΓΟΝΕΙΣ

Ψψ Ψψ

                        ΓΑΜΕΤΕΣ

                             Ψ ή ψ                               Ψ ή ψ

ΑΠΟΓΟΝΟΙ

ΨΨ ή Ψψ ή Ψψ ή ψψ

ΦΑΙΝΟΤΥΠΟΙ

3 ΨΗΛΑ ΜΟΣΧΟΜΠΙΖΕΛΑ : 1 ΚΟΝΤΟ ΜΟΣΧΟΜΠΙΖΕΛΟ

Η δυσκολία πραγματοποίησης ενός τέτοιου πειράματος, κι ακόμη περισσότερο, η δυσκολία ερμηνείας των αποτελεσμάτων του μάς προσφέρουν σε επίπεδο διαισθητικό μιαν ιδέα περί του γιατί ο Homo sapiens παρέμεινε για τουλάχιστον το 95% της εξελικτικής του ιστορίας σε έναν κυνηγετικό και τροφοσυλλεκτικό τρόπο ζωής. Ελλείψει της καινοτομίας και της κατάλληλης πνευματικής ηγεσίας, ο άνθρωπος στο φυσικό του περιβάλλον είναι το ίδιο αβοήθητος με τα υπόλοιπα ζώα. Πιθανόν ό,τι γνωρίζουμε ως πρόοδο και πολιτισμό να στηρίζεται πολύ περισσότερο από ό,τι αντιλαμβανόμαστε σε πνευματικούς ηγέτες, στους οποίους η συγκυρία επέτρεψε να ηγηθούν. Δίχως ένα πολύ μικρό κλάσμα του ανθρώπινου, παγκόσμιου πληθυσμού, πιθανόν να βρισκόμασταν ακόμη σε εκείνη στην αδιάκοπη μάχη της επιβίωσης στο φυσικό μας περιβάλλον.

Ο προσανατολισμός της αναζήτησης αποκλειστικώς νατουραλιστικών εξηγήσεων και η απουσία αποδείξεων για την ύπαρξη υπερφυσικών δυνάμεων οδηγούν ορισμένους διανοητές, όπως τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Richard Dawkins, στην υιοθέτηση ενός κοσμοειδώλου πλήρως απαλλαγμένου από το θρησκεύεσθαι, διαπνεόμενο από την επισήμανση βαθέων και ασυμβίβαστων αντιθέσεων ανάμεσα στην πίστη στην επιστημονική μεθοδολογία και την προσήλωση σε δόγματα (Dawkins, 2006). Φυσικά, αυτή η αντίληψη πόρρω απέχει από το να καταστεί καθολική, αφού άλλοι υποστηρίζουν ότι η θρησκευτική πίστη μπορεί να συμβιβαστεί με την πίστη στην επιστημονική μεθοδολογία και τα ευρήματά της (Ruse, 2004).

Δε θα ήταν ορθό να μην επισημάνουμε ενώπιον του διλήμματος αυτού τη μεροληψία που η πίστη στο υπερφυσικό δημιουργεί έναντι της πρόσληψης επιχειρήματος που κλυδωνίζει αυτήν την πίστη. Ο μέσος άνθρωπος είναι ίσως εύκολο να δεχθεί ότι η πατρότητα (άρα η συγγένεια) μπορεί να αποδειχθεί μέσω μιας DNA δοκιμασίας. Ο ίδιος άνθρωπος είναι σαφώς δυσκολότερο να αποδεχθεί ότι η ίδια δοκιμασία αποτελεί στοιχείο αποδεικτικό της συγγένειας μεταξύ διαφορετικών βιολογικών ειδών. Η ίδια μοριακή δοκιμασία μπορεί σχεδόν αδιαμφισβήτητα να διαμορφώσει απόφαση σε δικαστική αίθουσα γύρω από μιαν υπόθεση πατρότητας ή εγκλήματος, αλλά στη συνείδηση των αρνητών της Eξέλιξης δεν αποτελεί στοιχείο για την κοινή προέλευση των οργανισμών.

Σε μια από τις ελάχιστες συζητήσεις του Dawkins με Δημιουργιστές, η οποία προβλήθηκε τηλεοπτικά, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης εξηγεί στην Wendy Wright ότι οι μορφολογικές, ανατομικές, φυσιολογικές και γενετικές ομοιότητες των οργανισμών είναι αδύνατον να εξηγηθούν διαφορετικά πλην της κοινής προγονικής καταγωγής τους. Οι βιολόγοι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δέχονται ότι το επίπεδο ομοιότητας μεταξύ δύο βιολογικών ειδών αποτελεί δείκτη του πόσο πρόσφατα διαχωρίστηκαν οι κλάδοι που οδήγησαν στα δύο αυτά είδη. Η Wright δέχεται ότι η ομοιότητα σε γενετικό επίπεδο αποτελεί σαφώς αποδεικτικό στοιχείο για τον προσδιορισμό ενός πατέρα ή τη διαλεύκανση ενός εγκλήματος, αλλά εις ό,τι αφορά στη συγγένεια μεταξύ διαφορετικών ειδών, αρνείται να αποδεχθεί τη γενετική ομοιότητα ως αποδεικτική αυτής. «Ομιλείται για απλές ομοιότητες», αντιτείνει στον καθηγητή. Για την ίδια, μάλιστα, το γενετικό υλικό ως μοναδικής ιδιοσυστασίας σε κάθε άνθρωπο αποδεικνύει ότι «κάθε άνθρωπος είναι ένα δημιουργημένο, μοναδικό όν». Προφανώς το αρχαίο «ου με πείσεις καν με πείσεις» σημαίνει ότι οποιαδήποτε παρατήρηση μπορεί να ερμηνευθεί με περίπου οποινδήποτε τρόπο, ιδιαίτερα όταν κάποια ενδεχόμενα προαποκλείονται για ιδεολογικούς, ψυχολογικούς ή άλλους λόγους.

Οι βιολόγοι, αλλά και όποιος διδάσκεται τα της Εξελίξεως, δεν πρόκειται προφανώς ποτέ να συμφωνήσουν για τις προεκτάσεις του δαρβινισμού, ιδιαίτερα αυτές που προτείνονται από τον Dawkins ως καταργούσες το υπερφυσικό. Αν, πράγματι, όμως, ο Δαρβίνος καταργεί το υπερφυσικό με τη θεωρία του, τότε ο Dawkins έχει οπωσδήποτε δίκιο στο ότι όλο το μελάνι που χρησιμοποιήθηκε κι όλο το αίμα που χύθηκε για τον προσδιορισμό του θείου θελήματος και της υπεράσπισής του στον κόσμο σπαταλήθηκαν μάταια κι ο αναγωγισμός που του χρεώνουν οι επικριτές του είναι, στην προκειμένη περίπτωση, μια ορθή προσέγγιση μιας οδυνηρής αλήθειας.

Κι αναρωτιέται κανείς: πόσο πλανιόμαστε σήμερα;

BIBΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Crick F. H. & Orgel L. E., 1973. Directed Panspermia, Icarus 19: 341-346

Dawkins R., 2006. The God Delusion, Bantam Books

Ferguson A., Nielsen J., King J., Dai L., Giangrasso M., Holman R., Korenberg J. & Anderson, J., 2018. Reward, salience, and attentional networks are activated by religious experience in devout Mormons, Social Neuroscience 13 (1): 104-116

Ruse M., 2004. Can a Darwinian be a Christian?, Cambridge University Press