ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΑΡΤΙ ΠΟΥ ΣΕ ΦΙΛΟΥΝ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ

Τρέχουμε ν᾽ ἀγκαλιαστοῦμε καί,
τὰ χέρια μας ἀποσχίζονται στοὺς ὤμους

ἀφίπτανται φεύγουν πτερυγίζοντας.

Πασχίζουμε νὰ γδύσουμε,
ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ τὰ δόντια

στὸ πάτωμα τ᾽ ἄχειρα σώματα,
μάταια ἀγωνίζονται νὰ συνουσιασθοῦν

Ἕνας βῶλος ζύμης στὴ γωνία,
ὀγκοῦται ὀγκοῦται πληροῖ τὸ δωμάτιο

μᾶς ἐγκλείει στὴ μᾶζα του, καταπνίγει τὶς κραυγές μας.

Νύχτα στὸ Primrose Hill

τ᾽ ἄστρα χυτεύουν τὸν χρυσό τους στοὺς πόρους τῆς νύχτας

προοδευτικὰ ἐμφανίζονται φλέβες τριχοειδῆ,
χρυσὰ κυκλοφορικὰ συστήματα ποὺ βαδίζουν

Ῥίχνω τὸ πτῶμα μου ἐπάνω σ᾽ ἕναν κλάδο καὶ φεύγω

διπλωμένο στὰ δύο κρέμεται στὸ σεληνόφως.

«ΓΙΑ ΝΑ ΣΟΥ ΔΕΙΞΩ ΤΟ ΜΟΥΝΙ ΜΟΥ,
ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΟΥ»

Τὸ μουνάκι της καταλήγει σὲ ῥάμφος

τῆς τὸ ταΐζω ἄστρα

τὰ κόβω κρυφὰ ἀπ᾽ τὸ δένδρο τῆς νύχτας.

Πέφτει μιὰ ὁριζόντια βροχὴ

ἕνα ὑπερφυσικὸ χταπόδι, ―ἡ Παράνοια,
συσφίγγει τὴν Μητρόπολη

γλοιώδεις πλόκαμοι εἰσχωροῦν ἀπ᾽ τὰ παράθυρα,
διεισδύουν στὶς σήραγγες τοῦ μετρό,
τρυπώνουν στὰ μαλακὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων.

Τρέχομε ἐναγωνίως ν’ ἀγκαλιαστοῦμε

φορεῖ ἕνα φόρεμα ἀπὸ ψιθύρους

ἔχω στὰ χείλη ἕνα τζιτζίκι

μόλις τὰ δάκτυλά μας ἀγγίζονται,
τεντώνετ᾽ ἔξαφνα ὁ χῶρος καὶ μᾶς ἀποχωρίζει

«Ποτὲ δὲν θὰ συναντηθοῦμε ἀγάπη μου
θὰ τρέχωμε αἰωνίως ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον.»