Τα ποιήματα* που σταχυολογούνται εδώ προέρχονται από τέσσερις συλλογές του Φροστ, οι οποίες εκδόθηκαν μεταξύ 1914 και 1942. Η συνανάγνωσή τους είναι ωφέλιμη χάρη στη θεματική και μορφική τους εγγύτητα. Και τα πέντε ποιήματα επεξεργάζονται το θέμα της πτώσης, είτε με τρόπο κυριολεκτικό – την πτώση των καρπών –  είτε μεταφορικά, ως αλληγορία της πτώσης των πρωτόπλαστων από τον Κήπο της Εδέμ. Στα αγγλικά, η λέξη «fall» αποδίδει την πτώση με τη βιβλική έννοια,αλλά και την εποχή που φυλλοβολούν τα δέντρα, το φθινόπωρο. Γι’ αυτό, εξάλλου, και η κυριολεκτική έννοια της λέξης συνδιαπλέκεται με τις μεταφορικές της αποχρώσεις με τρόπο φυσικό, ακόμη και αν τα ποιήματα δομούνται σε έμμετρους, ομοιοκατάληκτους στίχους, που παραπέμπουν σε σονέτο ή παραλλαγή σονέτου.

Το πρώτο, χρονικά, ποίημα, «Μετά των μήλων τη συγκομιδή», ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα ως προς τη μετρική ελευθερία: ο πρώτος στίχος παραείναι μακρύς, ο δεύτερος πολύ σύντομος, όπως και ο δέκατος τέταρτος, ο δέκατος έκτος και ο τριακοστός δεύτερος, που αποτελείται από μόλις δύο λέξεις (forall: γιατί όσοι). Έτσι, ο σταθερός ρυθμός του – προσφιλούς στον Φροστ –πεντάμετρου υπονομεύεται εδώ από μιαν αναπάντεχη μετρική ποικιλία, που έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο. Ενώ, δηλαδή, ο αφηγητής διηγείται ότι νύσταξε τόσο πολύ, μαζεύοντας μήλα όλη μέρα, ώστε να αφεθεί στον ύπνο προτού ολοκληρώσει το έργο του, ο ρυθμός της αφήγησης είναι κάθε άλλο παρά υπνωτιστικός. Εξίσου αναπάντεχη με τη μετρική δομή είναι η ανάκατη διάταξη των ομοιοκατάληκτων στίχων. Στο πρώτο τετράστιχο,η ομοιοκαταληξία είναι σταυρωτή, στον πέμπτο και έκτο στίχο είναι ζευγαρωτή, και επαναλαμβάνεται στον ενδέκατο στίχο (bough/now/trough: καρποί/αρκεί/αυγή), ενώ ο όγδοος στίχος δεν ομοιοκαταληκτεί με κανέναν άλλον. Ανομοιοκατάληκτη είναι καιηακροτελεύτιαπρόταση, ωστόσο η απόληξή της (sleep: ύπνος) επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές στους πέντε προηγούμενους στίχους, τόσο εμφατικά ώστε η λέξη να υποκρούει τη χειμερία νάρκη ή τον Ύπνο, δίδυμο αδελφό του Θανάτου.

 

Μετά των μήλων τη συγκομιδή

Η σκάλα μου, ψηλή και δίκορφη, εξέχει απ’ τη μηλιά

προς τα επουράνια ακόμα

κι ένα βαρέλι στέκει δίπλα της στο χώμα

που δεν γέμισα, κι ίσως σε δυο κλωνιά

να απόμειναν δυο-τρεις καρποί.

Μα ό,τι έκοψα, έκοψα, αρκεί.

Κυλάει στη νύχτα η ευωδιά σαν ύπνος του χειμώνα,

το άρωμα των μήλων. τα βλέφαρα βαραίνουν.

Δεν λέει να φύγει απ’ το μυαλό η αλλόκοτη εικόνα

π’ αντίκρισα σαν κοίταξα μέσα από το γυαλί:

πάγωσε το νερό στη γούρνα την αυγή

κι είδα από μέσα του πάχνη στα χόρτα σαν χαλί.

Έλιωσε, τ’ άφησα να πέσει κι έσπασε.

Όμως ήμουνα ήδη στη μέση

του δρόμου προς τον ύπνο προτού πέσει,

Και το’ χα ήδη προβλέψει

τι σχήμα το όνειρό μου ήταν έτοιμο να πάρει.

Μήλα μεγάλα χάνονται, μα πριν τα είδα

απ’ το κοτσάνι και την κάτω τους μεριά

του κόκκινου να δείχνουν καθαρά κάθε κηλίδα.

Στο πέλμα μου η καμπύλη απορροφά τα βάρη,

απορροφά και την αντίσταση της σκάλας.

Νιώθω τη σκάλα να κουνιέται καθώς γέρνουν τα κλαριά.

Κι όλο ακούω μέσα από το κελάρι μια βουή

σαν το ψιθύρισμα

καθώς γεμίζει ο κάδος με τη συγκομιδή.

Πόσα και πόσα έχω μαζέψει μήλα! Παρακουράστηκα

από την πλούσια σοδειά, κι ας την λαχτάρησα.

Ν’ αγγίξω μύριους όσους καρπούς,

να τους χαϊδέψω, να τους προλάβω πριν την πτώση

γιατί όσοι

έπεφταν στα χώματα

δίχως ούτε πληγή ούτε σχισμή να τους χαράξει,

ρίχνονταν στου μηλίτη τ’ ανάξιο σμήνος

σαν εκτρώματα.

Βλέπεις λοιπόν τι θα ταράξει

τον ύπνο που σιμώνει, ό,τι «ύπνος» κι αν σημαίνει.

Πες πως δεν είχε φύγει η μαρμότα,

θα’ ξερε να πει αν προς τον δικό της μακρύ ύπνο βαίνει

έτσι όπως περιγράφω του τα χνώτα,

ή αν είναι απλώς κάποιος κοινός του ανθρώπου ύπνος.

 

Η ανολοκλήρωτη συγκομιδή των μήλων διαλέγεται, είκοσι τρία χρόνια μετά, με την «Αμάζευτη σοδειά». Στο μεταξύ, όμως, γράφεται το «Τίποτα χρυσό δεν δύναται να μείνει»σε μορφή οκτάβας με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Εδώ, η ρητή αναφορά στην Εδέμ αρκεί για να παραπέμψει στο προπατορικό αμάρτημα μέσα από την εικόνα της φυλλοβολίας, χωρίς να εμφανίζεται η λέξη «πτώση»καθ’εαυτήν, αλλά δύο ρήματα από το ίδιο σημασιολογικό πεδίο (sank/goesdown). Κατ’ ακρίβειαν, το ρήμα «sank» είναι το μόνο που δίδεται στον αόριστο ως τετελεσμένο γεγονός: «Όπως η Εδέμ βούλιαξε στο μαράζι». Τα υπόλοιπα ρήματα είναι δοσμένα στον ενεστώτα προκειμένου να δηλώσουν τη διαρκή εναλλαγή αρχής και τέλους, μέρας και νύχτας, ως φυσική, αναπόφευκτη διεργασία.

 

Τίποτα Χρυσό δεν Δύναται να Μείνει

Το πρώτο πράσινο της φύσης,  χρυσαφί

σπάνια απόχρωση, εύκολα θα χαθεί.

Στο πρώιμο φύλλο της, ανθός ο μίσχος.

μια ώρα αργότερα, κανένα ίχνος.

Μετά, το φύλλο μόνο με φύλλο μοιάζει.

Καθώς η Εδέμ βούλιαξε στο μαράζι,

όμοια το χάραμα στη μέρα σβήνει.

Τίποτα χρυσό δεν δύναται να μείνει.

 

Η «Αμάζευτη σοδειά» είναιγραμμένη ως παραλλαγ ήσονέτου με δύο στροφές, η πρώτη δεκάστιχη και η δεύτερη τετράστιχη. Ο τελευταίος στίχος της πρώτης στροφής ομοιοκαταληκτεί χαλαρά με τον πρώτο στίχο της δεύτερης (ofsolidred/unharvested), ο οποίος αποτελεί ουσιαστικά την κορύφωση του ποιήματος: «Πάντα κάτι αμάζευτο να μοιάζει!» Σε αυτό το ποίημα, η πτώση των μήλων συνδέεται ξεκάθαρα με το προπατορικό αμάρτημα, αλλά η λέξη «fall» δεν απηχεί μόνο την πτώση (των μήλων, του ανθρώπου) αλλά και το φθινόπωρο, την εποχή που φθίνουν οι οπώρες, σε αντιδιαστολή με την αφθονία του θέρους.

 

Αμάζευτη σοδειά

Πάνω απ’ τον τοίχο μια ευωδιά μεστή

και βγαίνω από το γνώριμο τοπίο

να δω τι να’ναι αυτό που με καλεί

και, φυσικά, μπροστά μου μια μηλιά

που’ χε γδυθεί το θερινό φορτίο

φορούσε μόνο φύλλα μια σταλιά

κι ανάσαινε σαν γυναικεία βεντάλια.

Γιατί ήταν άλλοτε η πτώση τελική

το μήλο στοίχισε τα επουράνια.

Χάμω, ένας κύκλος κόκκινος λιμνάζει.

Πάντα κάτι αμάζευτο να μοιάζει!

Να έμεναν αγίνωτα και άλλα

μήλα κι ό,τι αφήνεται ή ξεχνιέται

και η γλύκα του κλοπή να μη λογιέται.

Υπάρχει και μια τρίτη έννοια της λέξης «fall», εκτός από την πτώση και το φθινόπωρο, που αξιοποιείται στο «Κατά το δυνατόν», μάλλον το πιο κρυπτικό από τα πέντε ποιήματα που μεταφράζονται εδώ.Το πλάσμα που ενσαρκώνεται μέσα από τη λαχτάρα του άντρα για ουσιαστική ανταπόδοση,και όχι για απλή αντήχηση της φωνής του, δεν είναι ανθρώπινο, αλλά ένα κερασφόρο ελάφι «που προσγειώθηκε σαν καταρράκτης (waterfall) και έσταζε όλο». Στη μετάφραση, το ιαμβικό πεντάμετρο του πρωτοτύπου απλώνεται σε δεκαπεντασύλλαβο, ενώ στο τελευταίο τετράστιχο η πλεχτή ομοιοκαταληξία, από οξύτονη-παροξύτονη, γίνεται παροξύτονηγια να σηματοδοτήσει τη στυγνή γείωση κάθε προσδοκίας για «κατά το δυνατόν» περισσότερη γνώση και αγάπη. Το ελάφι είναι μέρος του φυσικού κόσμου αλλά όχι του ανθρώπινου, και η επιτέλεσή του μένειαδάμαστη και αλώβητη από την ανθρώπινη επιθυμία. Εντούτοις, ακριβώς στη μέση του ποιήματος, το «εκτός κι αν…» υπαινίσσεται το ενδεχόμενο ότι η κραυγή του άντρα εισακούστηκε, αλλά όχι με τη μορφή που εκείνος ήλπιζε, γι’ αυτό και πέρασε, πράγματι, απαρατήρητη.

 

Κατά το δυνατόν

Θαρρούσε πως μονάχος του το σύμπαν συντηρούσε

αφού κάθε άλλη φωνή που’ στεργε να απαντήσει

ήταν δική του αντήχηση, σαν να περιγελούσε,

από ύψωμα κατάφυτο κάπου πέρα απ’ τη λίμνη.

Ένα πρωί απ’ τη διάστικτη με βράχια παραλία

φώναξε ακμαία στη ζωή πως δεν επιθυμεί

την ίδια την αγάπη του, μιμητική ομιλία,

μα αγάπη γνήσια απόκριση, ανταποδοτική.

Αλλ’ όσο και να φώναζε, ποτέ δεν ήρθε τίποτα

εκτός κι αν ενσαρκώθηκε η πρόσκρουση στον λόφο

αντικρινά στην όχθη, στα πλευρικά κορήματα

προτού πέσει στ’ απόμακρα νερά με τόσο κρότο.

Το ίδιο πλάσμα αργότερα βγήκε να κολυμπήσει

και αντί, καθώς πλησίαζε, να’ ναι ανθρωπινό

– κάποιος άλλος συνάνθρωπος, δίπλα του για να ζήσει –

ένα ελάφι ανέφανε, κραταιό και αλαργινό.

Πρώτα έσχισε τα κύματα που υψώνονταν μπροστά του,

ορθώθηκε σαν καταρράκτης και έσταζε όλο

βράχια διαβαίνοντας στο κερασφόρο βάδισμά του

συνέθλιβε τα χαμόκλαδα – αυτό ήταν όλο.

Τα διαχωριστικά όρια ανάμεσα σε ζώα και ανθρώπουςαίρονται υπερφυσικά στο σονέτο «Ποτέ ξανά όμοια με πριν δεν θα κελαηδούσαν»,το οποίο εντάσσεται στην ίδια συλλογή με το «Κατά το δυνατόν»(AWitnessTree, 1942). Και εδώ, η ταυτότητα του άντρα είναι πολύσημη (Αδάμ/Θεός/ποιητής),ενώ το πιο ανάγλυφο θεματικό στοιχείο είναι η έλλειψη επικοινωνίας ανάμεσα στον άντρα και την Εύα και, αντίθετα, η σύμφυρση της πρωτόπλαστης με τα πουλιά στον Κήπο της Εδέμ. Παράλληλα, ενώ το ποίημα ομοιάζει πιο πολύ με σαιξπηρικό σονέτο – κυρίως ως προς τον τύπο της ομοιοκαταληξίαςκαι τη συνοπτική ανατρεπτικότητα του καταληκτικού δίστιχου – εντούτοις οένατος στίχος του ποιήματος, «Πάντως, μες στο τραγούδι τους υπήρχε και εκείνη»,θα  μπορούσε να διαβαστεί και ωςο πρώτος στίχος του σεστέτου, δηλαδή η volta του πετραρχικού σονέτου. Το περιεχόμενο και η χωροταξία του συγκεκριμένου στίχου καταυγάζουν αναπάντεχα το προκείμενο, που είναιη διάδραση ουσίας/απουσίας/παρουσίας, καθώς η συνήχηση ανθρώπινης φωνής και κελαηδήματος περιέχει τον τόνο των λέξεων της Εύας, αλλά όχι το νόημά τους.

Επιπρόσθετα, στο πρωτότυπο, το καταληκτικόδίστιχο αποτελείται από μονοσύλλαβες και δισύλλαβες «καθημερινές» λέξεις, παραταγμένες σε ιαμβικό ομοιοκατάληκτο πεντάμετρο. Πρόκειτα ιγια συνειδητό συνδυασμό της φυσικής μουσικότητας της καθομιλουμένης με ένα παραδοσιακό μέτρο,με τρόπο που αναδεικνύειτον ήχο του νοήματος, την κατά Φροστ «φωνητική χειρονομία», η οποία προϋπήρχε των λέξεων. Όπως και στο «Τίποτα χρυσό δεν δύναται να μείνει», η λέξη «πτώση» απουσιάζει. Στο «Ποτέ ξανά…», όμως, αυτό που προβάλλεται ως επακόλουθο της εξόδου από τον παράδεισο, δεν είναι ούτε ο εκφυλισμός ούτε η εξασθένιση, αλλά η επίμονη, ευτυχής συναίρεση ανθρώπινης και μη ανθρώπινης φωνής.

 

Ποτέ ξανά όμοια με πριν δεν θα κελαηδούσαν

Εκείνος το διακήρυττε με κάποια επιμονή

ότι στον κήπο ολόγυρα που ζούσαν τα πουλιά

ακούγοντας καθημερινώς της Εύας τη φωνή

απόθεσαν τον ήχο της στην ίδια τους τη λαλιά.

Όμως χωρίς τις λέξεις, δίχως τα εννοούμενα.

Τόσο απαλή ευφράδεια, ήτανε φυσικό

ότι θα επιδρούσε ευλόγως στα πετούμενα

κάθε που ανέβαινε ψηλά, φωνή ή χαχανητό.

Πάντως, μες το τραγούδι τους υπήρχε και εκείνη.

Και εξάλλου, η συνήχηση πολλών φωνών μαζί

είχε τόσο πολύ καιρό στο δάσος παραμείνει

που είναι σχεδόν σίγουρο ότι εσαεί θα ζει.

Ποτέ ξανά όμοια με πριν δεν θα κελαηδούσαν.

Ο ερχομός της τέλεσε αυτό που καρτερούσαν.

 

Από τα πέντε ποιήματα που συναρμόζονται εδώ, το «Ποτέ ξανά…» είναι αυτό που αναδεικνύει πιο γλαφυρά τη γοητεία που ασκούσε στον ποιητή ο ήχος της ομιλίας – ο ήχος ξέχωρα από το νόημα. Στην ποιητική του Φροστ, ο ήχος της λέξης όχι  μόνο δεν προκαθορίζεται γραμματικά, αλλά έχει την ικανότητα να ανασκευάζει ακόμη και την ποσοτική αξία των συλλαβών ανάλογα με το συγκείμενο. Έτσι, το ίδιο επιφώνημα μπορεί να επιμηκυνθεί για να εκφράσει παρατεταμένη αγωνία ή να παραμείνει μονοσύλλαβο ως δηλωτικό έκπληξης.Πρόκειται για μια ιδιαίτερη μεταχείριση προσωδίας, μετρικής και ερμηνείας, γι’ αυτό και καμία μετάφραση των ποιημάτων του δεν θα ήταν ωφέλιμη, αν την παραγνώριζε.

 

 

* Πρωτότυποι τίτλοι ποιημάτων: After apple-picking, 1914/Nothing gold can stay, 1923/ Unharvested, 1937/ The most of it, 1942/ Never again would bird’s song be the same, 1942.