Νύχτες του Αuschwitz

Τι έκαναν εκείνη τη νύχτα
και την άλλη μέρα
και την άλλη νύχτα
και κάθε νύχτα
πού κρύβεσαι Hannah
πώς έσβησε το φως σου Miriam
και το σώμα σου που δεν ακούω
και οι καρποί της σελήνης
που φύτεψαν τα μάτια σου
τ΄αδιόρατα μάτια σου
στο χάος της φωτιάς
πώς έσβησαν στη λάσπη του χιονιού
πώς χάθηκε το βλέμμα σου
στο σκοτεινό καθρέφτη των άστρων
τι έκαναν εκείνο το βράδυ
και κάθε βράδι
εκείνο το πρωινό
και κάθε πρωινό
βγήκαν στον ουρανό οι ψυχές
και τα μωρά ουρλιάζουν
στην απέραντη κοιλάδα
δεν υπάρχει ουρανός
μόνο κατασχεμένα δαχτυλίδια
και άγριο χιόνι
και τα μαλλιά σου
τα μαλλιά σου μπορούν και μιλάνε
έχουν φωνή τα μαλλιά σου
και φως και αέρα
και ο αέρας μιλά
πνίγεται λαχανιασμένος
στη φωτιά
ούτε πουλί πετά μήτε και τρένο φεύγει
γιατί λείπει ο Joachim
λείπει η Hedda
και ο Simon και η Marion λείπουν
δεν άντεξαν το “μαύρο γάλα της αυγής”
και ο Celan έρημος
στ΄απόκρημνα άστρα
εκεί που ταξιδεύουν οι νεκροί
και το αίμα βουίζει
ως τα τελευταία ορυχεία
μες στα γυμνά φουγάρα
σκελετοί και μίσχοι
κι απόξω μαύρη πέτρα
μαύρος ουρανός μαύρη μέρα
πώς γίνεται
αυτό το φονικό
αυτή τη νύχτα
και την άλλη μέρα
και την άλλη νύχτα
και κάθε νύχτα

`

*

Αίφνης, ασώματο σκοτάδι

Θανατερή δίνη
γυμνό λεπίδι του μύθου
σαν άνοιξε η πέτρα κι’ έμαθε
πως ο ήλιος πληθαίνει σε ξένους τόπους
γλιστρά και φεύγει στις ρεματιές
ξηλώνει της νύχτας τα καρφιά
των άστρων τους καθρέφτες
αγγίζει τις ρυτίδες αγαπημένων
καθώς βυθίζονται στο αόρατο φως
-Ω, ασάλευτο καλοκαίρι
στο στήθος της γυναίκας, τι γυρεύεις –

ο κόσμος φλέγεται
στην αιωνιότητα της εικόνας
την ανώλεθρη
που κάρφωσε άξαφνα μια νύχτα
Ο Αναξίμανδρος
στα στιλπνά μάτια της Καλυψώς
όταν γύρευε το μελάνι του δάσους
στο βαθύ ύπνο του απείρου
στ’ αγρίμια του ουρανού
ενώ ο κόσμος πέθαινε πιο λευκός
ανάμεσα σε δυο κοιλάδες της Λομβαρδίας
πάλευε στο κίτρινο ποτάμι
στο νησί του Luo Yan
κάτω από την έρημη γέφυρα του Yangtze
πριν κλείσουν τα μάτια τους οι μέλισσες
και το ποταμόπλοιο ξεχάσει τις αποσκευές
της όμορφης κόρης που ονειρεύεται
όρθια στην κουπαστή
το χιονισμένο σώμα της σελήνης
με την ίδια ταπεινότητα του καπετάνιου
που λαχταρά ένα κορμί
σε κρυφό λιμάνι
ενώ τ’ άλογα δακρύζουν
στο αλλότριο φως
καθώς ο θάνατος αλλάζει
ο θάνατος έχει αλλάξει
τ’ άδεια δόντια της νύχτας έχουν αλλάξει
όπως το σώμα αλλάζει ψυχή
και το σώμα έχει αλλάξει
και ο αγέρας
θυμάται τα σκοτεινά μαντάτα

`

*

Στον ίσκιο της αγρύπνιας

`
Το γυαλί έσβησε
και το φως καρφώθηκε
στο μάτι της Ευρύκλειας

Από πού θα ξεκινήσουμε, Οδυσσέα;

Δεν ζούμε σαν τους μνηστήρες
σαν άτακτα σώματα της κλεφτουριάς
που ψηλά πετάνε και πέφτουν καταγής

Από πού θα ξεκινήσουμε, Οδυσσέα;

Εδώ στο χώμα μεγαλώνει η άνοιξη
και το γυαλί άπραγο γλιστρά
στης χώρας την εύθραυστη έπαρση
στων συντρόφων το πένθιμο πανηγύρι

Από πού θα ξεκινήσουμε, Σοφία;

**********************************************

`

Ο Κώστας Γουλιάμος γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1955. Πτυχιούχος πολιτικών επιστημών στην Πάντειο. Μεταπτυχιακές σπουδές διδακτορικής έρευνας στην επικοινωνία στο Πανεπιστήμιο Carleton Καναδά. Είναι εκλεγμένος Πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου και επίτιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Lanzhou City University της Κίνας. Είναι μέλος του Συμβουλευτικού Συμβουλίου Σύνταξης του De Gruyter, ενός εκ των πιο ιστορικών εκδοτικών οργανισμών στον κόσμο. Από το 1976 δημοσίευσε έναν αριθμό ποιητικών συλλογών. Επίσης, έχει μεταφράσει στα ελληνικά ποίηση των William Faulkner, Octavio Paz και Robert Kroetsch.