P. Picasso, Η Όλγα καθιστή σε πολυθρόνα, 1917-18: Αμέσως μετά την επίσκεψη στη Ρώμη, ο Πικάσο στρέφεται από τον κυβισμό στον νεοκλασικισμό.

 

 

          Ο Πικάσο στη Ρώμη

             [Picasso in Rom]

 

 

Κατακερματισμένο του ανθρώπου το πρόσωπο

Πρόσωπο λιονταριού, λύκου

Ξεπροβάλλει εκεί ανάμεσα

Κι ένα ματωμένο μισοφέγγαρο.

 

Ένα μάτι που παραμονεύει

Τ’ άλλο

Ανάμεσα μάγουλο και μάγουλο

Έχοντας στα δυο τσακίσει

Ξεφυτρώνει

Ο δοθιήνας.

 

Παιδιά που σφύζουν μες στη

Χλωμή αχόρταγη

Πρησμένη σάρκα. Από σκεπή σε σκεπή

Γάτα γλιστρά

Δαιμονική. Ξεσκισμένα

Πουλιά στα δόντια της.

 

Κι εκεί έξω, γύρω

Στην κατάλευκη

Κιονοστοιχία

 

Οι ουλές

Από τ’ αυτόματα που βρυχιόνταν

Πληγωμένη

Διαύγεια

Το δειλινό.

 

 

 

`

**********************************

   

J.  Ensor, Γολγοθάς (1886): Η πινακίδα του Εσταυρωμένου φέρει το όνομα του ζωγράφου.

 

Αποχαιρετισμός στη Ρώμη

        [Abschied von Rom]

 

 

Ανεβαίνοντας

Κάτω απ’ τα πλατάνια

Το δρόμο τον ανηφορικό

Για τη Βίλλα Μέντιτσι

Με πέπλα υδάτινα

Πάνω απ’ το μέτωπο και τα μάγουλα

Οι στάλες ραντίζανε

Του Ιούδα το δέντρο

 

Τόποι γνωστοί σε μένα από καιρό

Ξεψυχούνε

Καθώς ξεπροβάλλεις εσύ

Σίδνεϋ της Αυστραλίας

Με τα χιονάτα σου πανιά από μπετόν

Της Όπερας στο λιμάνι

Και παραμέσα στην ενδοχώρα

Με τους αδιαπέραστους θάμνους σου

 

Όσοι έχουνε την ακροθαλασσιά

Για πατρίδα

Ο Ουγκαρέττι ο Μοντάλε ο Κουαζίμοντο

Καλά την έχουν

Tα πάντα δρέπουν

Μπροστά απ’ την πόρτα τους

Και βρίσκουν απομεινάρι θαλασσινό

Κάθε μέρα την Αιωνιότητα

 

Ω του νου μου κινήματα

Σα δορκάδες μες στη στέπα

Πλημμυρίδα πάνω στα κύματα

Όχι όπως στην οθόνη την ψυχρή

Είμαι πράγματι αυτά

Ο ιδρώτας μου στο σώμα

Το κάψιμο στο λαρύγγι μου

Τ’ αγκάθια στα πόδια μου

 

Καθώς ο James Ensor

Τον Εσταυρωμένο του ζωγράφιζε

Και την πινακίδα στην κεφαλή του

Έγραψε στην πινακίδα

Όχι ΙΝΒΙ

Ensor.

 

 

 ****************************************************************************

     ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

 

Τρεις ποιητές, δυο ζωγράφοι, μια πόλη

 

              

Το 2021 σηματοδοτεί την επέτειο των 140 ετών από τη γέννηση του σπουδαιότερου ζωγράφου του 20ού αιώνα, του Πάμπλο Πικάσο. Εμείς, όμως, θα «δούμε» τον Πικάσο όπως τον ζωγραφίζει με τη δική της ποιητική ματιά η σπουδαία Γερμανίδα ποιήτρια και πεζογράφος Μ. Λ. Κάσνιτς, η οποία εξάλλου συμπλήρωσε τον περασμένο Γενάρη την 120ή επέτειο της γέννησής της.

 

Η Marie Luise Kaschnitz άφησε πίσω της πλούσιο έργο, το οποίο έφτασε στην πλήρη του άνθηση κατά τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής της. Το πρώτο από τα δύο ποιήματα που παρουσιάζονται εδώ ανήκει στη συλλογή που εγκαινιάζει τη γόνιμη αυτή περίοδο (Neue Gedichte, 1957). Όμως, δεν είναι τούτο το πρώτο της ποίημα που σχετίζεται με τη Ρώμη. Λίγα χρόνια νωρίτερα, είχε αφιερώσει στην «Αιώνια πόλη» -με αυτόν ακριβώς τον τίτλο- ολόκληρη συλλογή ποιημάτων της. Εξάλλου, εκεί είχε περάσει τα καλύτερά της χρόνια: εκεί γνώρισε τον αρχαιολόγο σύζυγό της και παντρεύτηκε, εκεί κατέφευγε συχνά ως τόπο εξιλέωσης και αναβάπτισης, έπειτα από τους ολέθρους που προκάλεσε και υπέστη η χώρα της στους δύο μεγάλους πολέμους – μια συνάντηση με την αναλλοίωτη κλασική ομορφιά, με φόντο το μεσογειακό τοπίο, μέσα σε έναν βίαια μεταβαλλόμενο κόσμο.

 

Δεν είναι τυχαίο ότι η ποιήτρια εν πολλοίς ταυτίζεται με τον μεγάλο Ισπανό ζωγράφο, που βίωσε και αποτύπωσε στο έργο του παρόμοια τραγικά γεγονότα. Και για κείνον, εξάλλου, η επίσκεψη στη Ρώμη «στο μεσοστράτι της ζωής του», λίγο πριν από το τέλος του 1ου Παγκόσμιου πολέμου, υπήρξε σημαδιακή. Ο ζωγράφος γνωρίζει εκεί την πρώτη του σύζυγο Όλγα, ενώ μοιάζει και αυτός να ταλαντεύεται ανάμεσα στο ζόφο και στην κλασική ομορφιά: εγκαταλείπει τότε τους ακραίους κυβιστικούς πειραματισμούς για χάρη του νεοκλασικισμού – όχι όμως για πολύ…

 

Στο δεύτερο ποίημα πάλι, το οποίο ανήκει στην τελευταία συλλογή ποιημάτων που εξέδωσε η Κάσνιτς, το 1972, ταυτίζεται ουσιαστικά και πάλι με έναν ζωγράφο, τη φορά όμως τούτη με τον «προκλητικό» James Ensor. Πράγματι, ο Βέλγος ζωγράφος είχε απεικονίσει τον εαυτό του ως Εσταυρωμένο. Άλλος ήταν όμως ο δικός της Γολγοθάς. Η ποιήτρια, σε αντίθεση με τους ντόπιους ομότεχνούς της (αναφέρει εδώ τους τρεις μεγάλους του ιταλικού «ερμητισμού»), νιώθει οριστικά αποσυνάγωγη μέσα σε τόσην ομορφιά.

 

Κι όμως, υπάρχει ένα υστερόγραφο σε τούτο τον αποχαιρετισμό. Κάποια παράξενη Μοίρα έφερε ξανά την ποιήτρια στη Ρώμη το φθινόπωρο του 1974. Επρόκειτο να δώσει μια διάλεξη στις 12 του Οκτώβρη. Λίγες μέρες πριν, πεθύμησε να κολυμπήσει εκεί, στα αγαπημένα της νερά της Μεσογείου, παρά τις καιρικές συνθήκες και την προχωρημένη ηλικία της. Αυτό και έκανε, αλλά γρήγορα διακομίστηκε στο νοσοκομείο με πνευμονία – και ξεψύχησε.