Ξέρω πως…

Ξέρω πως στ’ ανθηρά περβόλια νιοι εργάτες γης
τσάκισαν μέση και χέρια μαζεύοντας αχλάδια
να ‘κονομήσει ο έμπορος.
Μα μην το πεις του ποιητή.
Τους είδα με τα μάτια μου να γλιστράν πάνω
στο σκουριασμένο σίδερο και
με μώλωπες στο σπίτι να γυρνάν.
Μα μην το πεις του ποιητή.
Ακόμα ξέρω πως κάποιου η γυναίκα γεννούσε
Και κάποιος άλλος πάσχιζε να κολλήσει ένσημα
μπας κι επιτέλους ησυχάσει.
Μα μην το πεις του ποιητή.
Είδα κι έναν άλλο στα κρυφά να ρημάζει το πτυχίο
που με κόπο είχε αποκτήσει απ’ το πανεπιστήμιο
κι αγανακτώντας να βλαστημάει τη μοίρα του.
Μα μην το πεις του ποιητή.
‒ Τι τα θες και τα σκαλίζεις;
Ξεχνώ τελείως καμιά φορά πως σήμερα
«όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε» και
δεν ασχολείται μ’ αυτά ο ποιητής.