Η ποίηση του Βασίλη Ζηλάκου από την πρώτη του ποιητική συλλογή, «Η κούπα του τσαγιού», εκδ. Οδός Πανός, 2010 ακολουθεί μια σταθερή πορεία στο ταξίδι της γλώσσας μέσα στη γλώσσα, στη μεταφυσική ως μια φυσική καταβολή του ανθρώπου –κατά τον Kant-, στον λυρικό και μυστικιστικό οργασμό που περιορίζει τη στείρα λογοκρατική αντίληψη και που συνταιριάζει φιλοσοφικά και θεολογικά ρεύματα και διάφορους –ισμούς σε μια ταυτότητα ελληνική και σύγχρονη- όχι επικαιρική.

Οι θιασώτες του νεό-μοντερνισμού και της εξάλειψης των επιθέτων, της αχρήστευσης της γλώσσας ως μέσο εξυπηρέτησης μιας απογυμνωμένης σάρκας που επιχειρεί με την επιτηδευμένη απλότητα και τη χρήση καθημερινού λόγου να προσγειώσει αντί να απογειώσει την αυταξία του ποιήματος κατεβάζοντάς τη στο ύψος της άμεσης γραφής κοινωνικής δικτύωσης (θαυμάζοντας του ανόητου τον θαυμασμό, όπως θα έλεγε και ο Boileau) είναι σίγουρο πως δεν θα αντέξουν και πάλι να διαβάσουν ούτε την πρώτη σελίδα από αυτό το πυκνό βιβλίο. Ο ποιητής όμως «Μέσα στην άλλη καθαρότητα, / δίχως οίκτο, θα γελάσει».

Δεν μπορούν να συλλάβουν την ξάστερη ομορφιά των παρορμήσεων της προεμπειρικής υπερβατολογικής τέχνης του Ζηλάκου, «Μακάριο ό,τι φανερώθηκε δίχως να έχει γεννηθεί», ζώντας μέσα στο στενό χωρο-χρόνο της ζωής και όχι της γλώσσας τους: «Την εποχή μαρτύρει / έχοντας από πείνα κι από δίψα καταπαύσει» όπως γράφει.  Ζώντας στον αγχώδη υπαρξιακό τους προσδιορισμό και όχι στην υπαρξιστική φιλοσοφία της διαχρονικής αναζήτησης του «ωραίου» με την τραγωδία της επίγνωσης του άχθους του, όπως συμβαίνει στη «Βυθισμένη»: «Απάγκιο της ευτυχίας είναι η ελεγεία», γράφει για να συμπληρώσει αλλού: «Δεν έχω φτάσει ακόμη εκεί αλλά θα φτάσω». Δεν μπορούν να αισθανθούν τον ερωτισμό που πραγματικά αγωνιά: «Πάνω στις στάχτες/ με τα πέταλα κλεισμένα/ το Ρόδο κόκκινο προσμένει» έχοντας οι ίδιοι διαβρωθεί από τον ακαριαίο λόγο του συναισθήματος που ψευδό-αγωνιά για τη γρήγορη αποδοχή ως  μέσο θλιβερής αυτοεπιβαίωσης.

Οι συμβολισμοί του Ξύλου, των δέντρων, του αίματος, η ελιοτική κρυπτική, ο μοντερνισμός του Ρεμπώ, η θεολογική καθαρότητα, η τεχνική του Κιαροσκούρο –που γέρνει περισσότερο στη συλλογή προς το φως-  είναι ορισμένα από τα σταθερά μονοπάτια στα οποία περιδιαβαίνει την ανάγκη του ο Ζηλάκος. Βαδίζει παράλληλα στον λυρισμό των γερμανών ρομαντικών, του Σικελιανού, του Παλαμά, του Σολωμού αλλά και αξιοποιεί ποιητικά τον αλληγορικό ρεαλισμό και την εν κινήσει ακινησία της γλυπτικής καθώς αποτίει φόρο τιμής στον Rodin και τον Γιαννούλη Χαλεπά .

Για ακόμα μια φορά σε βιβλίο του ο Βασίλης Ζηλάκος αναζητά την «Αποκάλυψή» του ως ένας ερμητικός, μοναστηριακός αγιογράφος, «Τυλίξου, φίδι, στα κλειστά τα φρύδια./ Δε βλέπω με το μάτι όσο γυρεύω» όπως γράφει στο επιλογικό του ποίημα «Παράκληση Αγιογράφου». Και πετυχαίνει να κάνει συμμέτοχούς του μόνο όσοι είναι αποφασισμένοι να βυθιστούν στα μυστηριακά νερά μιας κραυγής που αναδύεται ως «Βυθισμένη». Μας το αναφωνεί, άλλωστε, ξεκάθαρα: «Άφησέ με να μιλήσω για την ήττα μου […] Αύριο τον κόσμο στα μάτια και πάλι θα χορτάσω/ κι αργά ή γρήγορα το ανθρώπινο βήμα μου θα πράξω».