ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Στῶν φύλλων τὴν ὀξείδωσιν
μυρίζω τὴν σκουριά
τὴν ἀναπόφευκτη φθορά
τὸ θλιβερὸ ἐπάνω μας
τὸ ἄρωμα τοῦ χρόνου

ΑΠΟ ΔΕΡΜΑ

Τὰ χρόνια μας κ’ οἱ μέρες ἀπὸ δέρμα
Κι’ ὁ χρόνος
ἄνευ διακρίσεως χρωμάτων
καὶ ἄνευ προτιμήσεως
γεύσεων ἢ ἀρωμάτων
ἀθάνατος καὶ μάργος δερμηστής

Σ’ ΕΝΑ ΚΥΒΕΙΟΝ

Αἰὼν παῖς ἐστι παίζων πεσσεύων
παιδὸς ἡ βασιληίη
Ἡράκλειτος ἀπ. 52

Σ’ ἕνα κυβεῖον
παίζει ὁ χρόνος
Πότε ποὺ χάνει
πότε κερδίζει
ὅ,τι ἐξ ἀνάγκης
ἡ μοῖρα καθορίζει
Ἀντίπαλός του ὁ ἀντιχρόνος

Ἐπὶ τοῖς κύβοις παίζεται
τὸ πεπρωμένον μέλλον μας

ΑΠΗΛΛΑΓΜΕΝΟΣ ΑΠ’ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ

Ἀπηλλαγμένος ἀπ’ τὰ δάκρυα
τὰ ἐνοχικὰ τοῦ ὀλέθρου
λέχεται ὁ τραγείκελος
ὁ πανδαμάτωρ χρόνος
καὶ ἀμελῶς καὶ ἀπαθῶς
τὰ σωθικά του μηρυκάζει

ΣΤΟ ΛΗΘΙΝΟ ΣΤΟΜΑ

Στὸ λήθινο στόμα
λίθινου πηγαδιοῦ
ἄνευ πυθμένος
κόρου καὶ γυρισμοῦ
μὲ δάκρυα ῥίξαμε
ὄνειρ’ ἀλλοτινά
μὲ δάκρυα πετάξαμε
ὄνειρα ῥημαγμένα

ΜΟΙΡΑΣ ΑΘΥΡΜΑΤΑ

Μοίρας ἀθύρματα καὶ τύχης
οἱονεὶ παιγνίδια ὑπερκόσμιας παιδίσκης
ποὺ ἀνασαίνει τὴν φθορά
παίζοντας μὲ τὸν χρόνο
καὶ γευματίζει πεινασμένη τὶς πληγές μας
ἀναμασώντας κάθε πόνο
οἱ μάταιες ζωές μας

ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ

Τῆς εἰδεχθοῦς
ἀφορίζω τοὺς ὁρίζοντες
προοπτικῆς
καὶ τῆς ἐλευθερίας
ἐκ νέου τὰ ὅρια καθορίζω

Τῆς ἐναγοῦς τὸ ἀόριστον
τύχης καὶ ἀσταθές
μετὰ σπουδῆς καὶ κόπου
περιορίζω

Τὸν ὁρισμὸ τοῦ μέλλοντος ξανά
μόλις καὶ ἄρτι προσδιορίζω