Mary Newcomb (1922–2008)

 

Να λησονήσεις τον κόσμο, να λησμονήσεις λένε

λογής – λογής μαυροπούλια

μαζώχτηκαν στο αγκαθωτό συρματόπλεγμα του συνόρου,

να λησμονήσεις, όλους τους κακοθάνατους,

εκείνους που τους θέρισαν τα βόλια εδώ,

τους έκλαψαν οι ράχες στο Γράμμο και στη Μουργκάνα

και τους θαλασσοπνιγμένους ν’ αστοχήσεις, ακούς;

Πάνε αυτοί διάβηκαν.

Κι αυτούς που τους κατάπιαν τα ρέματα στο έβγα του χειμώνα

και τους φαρμακωμένους στο έμπα του καλοκαιριού

κι όσους ένιωσαν το μαχαίρι στο λαιμό,

για το χατίρι τους έβαψε η παπαρούνα τον κάμπο κόκκινο.

Μυρίζει παραπόνεση ο αέρας στη Βελούνα,

στο Σμόλικα και στη Χιονίστρα κανακεύουν σερπετά,

να λησμονήσεις τον κόσμο λένε τα πουλιά, λαλιά ανθρώπινη΄

κι εκείνους που τους έκλαψαν, όλους,

τώρα σημαδεύει τα νηστεμένα χείλη η ζωή, προλαβαίνεις,

ένας κοκκινολαίμης στο φράχτη

ο σταχτωμένος χρόνος στο κλειδωμένο συρτάρι

το τσίπουρο σε Γιαννιώτικο ασημένιο παγούρι.

 

Παρελαύνουν στο συρματόσκοινο οι σταγόνες,

από το πρωί απαγγέλει μοιρολόγια η βροχή στη στέγη

αριστερά σου σκεβρωμένες σανίδες η παλιά πόρτα

με το μπρούτζινο μάνταλο ξεσαρκωμένο απ’ το ξύλο

φωνή της Μοίρας ήρεμη και μετρημένη, στάζει ο καιρός,

τα σταφύλια μελωμένα στην κληματαριά

τ’ άνανθα αγριόχορτα στις ρωγμές του τοίχου.

Συκοφαντημένη η αγάπη όπως την δείχνουν τα ενθύμια

στο περβάζι με τα ξεχασμένα τρόπαια,

γανωμένα χαλκώματα, χάντρες και χαϊμαλιά

και το δρεπάνι στο χρυσωμένο γιασεμί.

Σε μια ζαρωματιά της έρημης αυλής κουρέλια η ομίχλη,

η μνήμη αλάτι κι εσύ φταίχτης να θυμάσαι, να διψάς

να σωπαίνεις, πλαντάζει η περηφάνια στα μάτια

την ώρα που δαγκώνεις το αχ και το παράπονο στα χείλη.

 

Μια μόνο αχτίδα διαπερνά τις φυλλωσιές,

πρώτα στην πέτρινη σκάλα

και μετά λοξά στο χρωματιστό γυαλί

κίτρινο και βαθύ πορτοκαλί ως τη σκουριά

φωτίζει το κλειδί, αντιστέκεσαι στην παρόρμηση,

λιτανεύοντας ονόματα κοιτάζεις ξανά και ξανά τα χέρια,

τα χέρια σου τρέμουν, νοτίζουν οι γραμμές,

στη μοσχοβολιά της κουμαριάς

θα σταθούν φιλήδονα τα ρουθούνια, επίμονα,

ενάρετη σκέψη η αγάπη, «αγάπη μου…»

Ανασταίνεις το βαθύ σκοτάδι, φέγγει μέσα σου,

κλαις, τρέμουν οι σταγόνες της βροχής

αυτές που παρελαύνουν στο συρματόσκοινο πριν την πτώση.

 

Αμήχανα μετράς τα κέρματα στην τσέπη

μπορεί για τρίτη ή και τέταρτη φορά χωρίς λόγο,

υπόκωφος μεταλλικός ήχος, αδιέξοδα βλέμματα

το πέρασμα του ποταμού στο σύνορο

κι εσύ στο σύνορο, περιμένεις, δικαιώνεσαι, απελπίζεσαι,

σ’ έναν άλλο κόσμο θαρρείς ζητάς μια θέση

πριν μετοικήσουν τα όνειρα

πριν η πατρώα γη κλείσει στα σπλάχνα της μαζί μ’ εσένα

όλες τις δικές σου περασμένες γενιές

προετοιμασμένη καθώς ξέρει

και προορισμένη να βολεύει και την απώλεια

την ίδια ώρα που ακόμη και αυτός ο θάνατος

πεθυμιά αιώνια της γης

έρχεται να δώσει καινούριο νόημα στις μέρες σου.

 

Τον φόβο σου τον νέρωσαν τα πρωτοβρόχια,

αλάργεψε με το κιρκινέζι και το βοριά στις αγριομολόχες

πέρα απ’ τα σκιάχτρα τον νίκησε η απουσία

στην αυλή σου, μηλιά μετανάστρια

δοξάζει πρώτη φορά με ώριμους καρπούς την ίδια ελπίδα,

χειρονομία προσδοκίας η αφή, αύριο στα μήλα,

ένα ξημέρωμα πριν την παρακμή,

μίλα μου,

εκεί που ραγίζει γυάλινο το σύνορο στο ποτάμι

εκεί που τα άδεια σπίτια σημαδεύουν την καρδιά

εκεί που και οι άγγελοι έχουν πάθη, τα πάθη σου,

όταν το κλαρίνο ηχεί μέσα σου,

μίλα μου,

όταν σε μια στροφή του χορού λυγίζοντας το σώμα

αγγίζεις την κόψη τής αλήθειας στην υγρή φλούδα,

στο χώμα οι άχραντες σκιές, αυτές που φυλάνε τον ύπνο σου.

Κιτρινίζουν οι φτέρες στο λόγγο,

βαράει ο Αχέροντας το ντέφι εκεί που όλοι έχουν ξεχάσει,

μόνο εσύ, θυμάσαι ελευθερωμένος από αχρείαστες υποσχέσεις

χαμογελάς, ο κόσμος αλλάζει,

μίλα μου,

στα ιερά κλαδιά της ιτιάς κρεμάστηκε η προφητεία των άστρων

στη νερομάνα καινούριο τρέχει

πάνω στο πράσινο φύλλο, φλύαρο το παμπάλαιο νερό.

Διψάς, διψώ,

μαυλίζεις το αίμα στα σαγόνια του φιδιού

όταν μοιράζεται αλειτούργητο το πρόσφορο του έρωτα

και γίνεται ζωή η αμαρτία,

τότε, αύριο έλα, πριν αποδημήσουν οι λέξεις,

χάρισέ μου μια γωνιά από την μέσα πατρίδα

αυτή που φυλάς στον κόρφο,

έλα στην κόψη του καιρού με μια σταγόνα και σώσε με…

 

Φιλιάτες, Σεπτέμβρης του 2020