[…] Χαζεύω τις καρτποστάλ σ’ ένα περίπτερο. Είναι ο μόνος τρόπος, με τέτοιον καιρό, να δω την πόλη. Βλέπω ένα τζαμί με το μιναρέ του πάνω σ’ ένα βραχώδες ύψωμα προστατευμένο από ένα ημιερειπωμένο τείχος. Σε ορισμένες φωτογραφίες το τζαμί αντανακλάται στα νερά της λίμνης. Βλέπω ένα καλντερίμι με παράγκες σιδεράδων. Δεν αποκλείεται να είναι το δρομάκι απ’ όπου πέρασα πριν από λίγο με τον Κώστα. Υπάρχει ένα νησάκι στη λίμνη. Δεν θ’ αργήσω να το επισκεφθώ, το κοιτάζω όμως κι αυτό προσεκτικά. Είμαι βέβαιος ότι θα το βρω τυλιγμένο στην ομίχλη. Ο Αλή Πασάς καπνίζει ένα τσιμπούκι. Ξέρω ότι υπέφερε από τα μάτια του κι ότι φορούσε μπλε γυαλιά. Ξανά ο Αλή Πασάς σε μια βάρκα. Ο Αλή Πασάς και η γυναίκα του, η Κυρά Βασιλική. Την παντρεύτηκε αφού ξεπάστρεψε τη Φροσύνη. Ήταν κι η Βασιλική πολύ όμορφη. Τα μαλλιά της έφταναν μέχρι τα γόνατά της. Ο σημαντικότερος ηγέτης που γνώρισε η πόλη ήταν λοιπόν Αλβανός. Τα τουριστικά φυλλάδια που διάβασα τον εξυμνούν και τον αποδοκιμάζουν ταυτοχρόνως. Τον χαρακτηρίζουν δόλιο, αιμοβόρο, αναγνωρίζουν όμως ότι έδωσε πρωτοφανή ισχύ στην Ήπειρο κι ότι η ρήξη του με το σουλτάνο ευνόησε τα σχέδια των επαναστατημένων Ελλήνων. Τον αποκαλούν «το λιοντάρι της Ηπείρου». Κατά τους Έλληνες σχολιαστές, μία από τις πιο εύστοχες αποφάσεις του Αλή ήταν να παντρευτεί Ελληνίδα. Ξέρω ότι η Βασιλική έγινε αλκοολική μετά το θάνατό του.

Τα νερά της λίμνης είναι ήσυχα. Καθρεφτίζουν την ομίχλη που, λίγο πιο πέρα, ακουμπά επάνω τους σαν να θέλει να δροσιστεί. Η ορατότητά μου σταματά στα δύο μέτρα. Από το σημείο που κάθομαι, στο πίσω μέρος της βενζίνας, ίσα-ίσα διακρίνω τους επιβάτες που στέκονται στην πλώρη. Μου φέρνουν στο νου τις σκιές που μεταφέρει ο Χάρων με τη βάρκα του από τη μια όχθη του Αχέροντα στην άλλη. Φαντάζομαι ότι τα νερά του ποταμού θα έχουν το ίδιο γκρίζο χρώμα με τα νερά της λίμνης και ότι θα είναι μονίμως σκεπασμένα από ομίχλη. «Υπάρχει σίγουρα κάποιο εμπόδιο ανάμεσα στις δύο όχθες, που δεν σου επιτρέπει να δεις απέναντι». Καλαμιές ξεφυτρώνουν μέσα από τα νερά, ολόισιες σαν ακόντια ενός καταποντισμένου στρατού. Μια αγριόπαπια αφήνει τα κυματάκια που δημιουργεί η βενζίνα να την πηγαίνουν πέρα-δώθε. Όλο νομίζω ότι κάπου φτάνουμε, ότι ξεχωρίζω τον όγκο του νησιού, αλλά κάνω λάθος. Λέγεται ότι ο θησαυρός του Αλή Πασά είναι θαμμένος στο βυθό της λίμνης, μέσα σε σιδερένια κιβώτια. Τον πέταξε εκεί για να μην πέσει στα χέρια των στρατιωτών του σουλτάνου.

Ο Αλή είναι παρών και στο νησάκι. Εδώ κατέφυγε, στον πρώτο όροφο ενός μοναστηριού, όταν έχασε και την τελευταία μάχη. Σκοτώθηκε από μια σφαίρα που του έριξαν από το ισόγειο […] Μετά του έκοψαν το κεφάλι και το έστειλαν στην Πόλη. Υπάρχουν τέσσερα ή πέντε μοναστήρια στο νησί. Τα διασχίζω βιαστικά. Το ξινισμένο ύφος των αγίων δεν μου δίνει διάθεση ν’ ανοίξω κουβέντα μαζί τους. Έτσι κι αλλιώς, είναι πια αργά για να γίνουμε φίλοι. Η πραγματικότητα είναι καλά διατεθειμένη απέναντί μου, γιατί μου προσφέρει από μόνη της το υλικό που χρειάζομαι. Στο ναό του Αγίου Νικολάου, μπαίνοντας αριστερά, αντικρίζω μια τοιχογραφία που εκφράζει με συγκινητική αφέλεια την επιθυμία της σύγχρονης Ελλάδας να εκχριστιανίσει την αρχαιότητα. Παριστάνει, σε ακραιφνές βυζαντινό ύφος, επτά αρχαίους, τον Σόλωνα, τον Χείλωνα, τον Πλάτωνα, τον Θουκυδίδη, τον Αριστοτέλη, τον Πλούταρχο και τον Απολλώνιο, και ισχυρίζεται ότι «συνεδριάσαντες σε κάποιο σπίτι των Αθηνών διεκήρυξαν την θείαν ενανθρώπισιν και την παρουσίαν του Χριστού». Επτά αιώνες χωρίζουν θαρρώ τον Σόλωνα από τον Απολλώνιο. Ο Πλούταρχος φορεί ένα σαρίκι. Το έργο είναι του 1560.

Δεν περίμενα να ξαναβρώ τον Πλούταρχο εδώ. Κάθομαι στο καφενείο περιμένοντας να έρθει η βενζίνα. […] Οι τουρίστες έχουν καθίσει έξω, είμαι μόνος στην αίθουσα. Η τηλεόραση είναι αναμμένη. Ο εκφωνητής αναγγέλλει στις άδειες καρέκλες ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να διώξει όλους τους Αλβανούς λαθρομετανάστες. Απαντά έτσι στα μέτρα που πήραν τα Τίρανα σε βάρος της ελληνικής μειονότητας — πέντε Αλβανοί ελληνικής καταγωγής δικάζονται αυτή την περίοδο για αυτονομιστική δράση. Ένας Αλβανός έχει σκαρφαλώσει σ’ έναν πυλώνα της ΔΕΗ, λίγο έξω από τα Γιάννενα, δίπλα στην εθνική οδό. Δεν καλοφαίνεται στην οθόνη, τον κρύβει η ομίχλη. Απειλεί ότι θα πιάσει τα καλώδια του ρεύματος αν δεν του δοθεί άδεια παραμονής. Έχει μαζευτεί κόσμος γύρω από τον πυλώνα, βλέπω και τουρίστες με σακίδια στην πλάτη. Μερικά μέτρα πιο πέρα ορθώνεται ένα τετράγωνο κτίσμα που μοιάζει με σταύλο. Δεν έχει παράθυρα. Σκέφτομαι ότι εκεί θα ζούσε ο Αλβανός. «Κάποιος θα τον κάρφωσε στους μπάτσους». Ένας αξιωματικός της αστυνομίας δηλώνει ότι δεν έχει τίποτε να πει:

—Περιμένουμε το νομάρχη, λέει. Να κάνετε τις ερωτήσεις σας στο νομάρχη.

Ακολουθούν άλλες ειδήσεις. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αλβανοί στην Ελλάδα είναι αυτά που πολλοί Έλληνες αντιμετώπισαν στο εξωτερικό. Ξέρουμε πολύ καλά τους λόγους που τους ανάγκασαν να φύγουν από τη χώρα τους. Αναλογίζομαι τα τραγούδια και τα ποιήματα που έχουμε γράψει για την ξενιτιά, την «κακούργα ξενιτιά». Είναι ένα από τα κυρίαρχα θέματα της λογοτεχνίας μας. Είναι μια λέξη που την μελετάμε από παλιά. Αν δεν κάνω λάθος, οι Ικέτιδες του Αισχύλου είναι γυναίκες που ζητούν φιλοξενία. Το ίδιο θέμα έχει το ομώνυμο έργο του Ευριπίδη. Κι όμως, η στάση που κρατάμε απέναντι στους Αλβανούς αφήνει να εννοηθεί ότι το βλέμμα τους δεν μας θυμίζει τίποτε.

Δεν μπορώ να πω ότι ταλαιπωρήθηκα ιδιαίτερα για να βγάλω άδεια παραμονής στη Γαλλία. Δεν αναγκάστηκα να υποστώ παρά τις συνηθισμένες ταπεινώσεις. Ήταν βέβαια άλλοι οι καιροί τότε, […]