ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

 

Και μου ’λεγες πως είσαι αυτή π’ αναστενάζει

όταν εισχωρούν εντός σου ποταμόπλοια, καΐκια

κι ανοχύρωτοι άνθρωποι που θαλασσολογούν.

 

Θάλασσα με παράθυρα, με φυλλωσιές και κόλπους,

όπως ο κόλπος γυναικός που ξέρει κι άλλα κόλπα

(όπως τα κόλπα γυναικών μ’ εργόχειρα και χάδια).

 

Θα σου συνάξω νούφαρα, ανθούς απ’ αγιοκλήματα,

λιμάνια μες στα αίματα, κήπους μες στις αυλές σου

στις αλυκές του κόρφου σου όπου θα κατοικήσω.

Θενά κατέβω τρεις φορές στον τόπο σου και πάλι

για να κερδίσω άλλην μιαν ανάμνηση μ’ εσένα,

να την στολίσω μ’ όνειρα, σπιθίσματα του ήλιου

κι άπλετο φως να χύνεται στου σώματος την ώρα.

 

****

 

ΧΑΪΔΕΜΑΤΑ

 

Γυναίκα με μπλε βεντάλια

μισάνοικτη ανάσα απ’ τον φεγγίτη

σε σταυροδρόμια με πλανόδιες ματιές

μεθά μ’ ανασασμούς και μειδιάματα.

 

Γυναίκα με γαλάζια ρόμπα

μισάνοικτο φεγγάρι εσωστρεφές και πλουμιστό

απλώνει τη ματιά της στα παρακλάδια των χαδιών.

 

Γυναίκα: περιστέρι και αντίστιξη,

χρόνος επιρρεπής στο αναπάντεχο,

στη νοηματική των στοχασμών.

 

Συνείδηση: γυναίκα με ζαρτιέρες,

το χείλι της στο χρώμα της φωτιάς,

προσμένει τον επόμενο διαβάτη

που θα φτερουγίσει μες στον κόρφο της.

 

Γυναίκα μ’ άσπρο μεσοφόρι

που εντέλει την αποκαλούν Γραικία.

 

`

*****

ΣΚΙΑΧΤΡΑ

 

Ψαρεύουν με απόχη

και πιάνουν πρόσφυγες σωρό  με τρυπημένα πόδια.

Ψαρεύουν με αγκίστρι

και πιάνουν υπολείμματα λειψάνων εμιγκρέδων

που κήτη τους δοκίμασαν.

 

Καθώς το σώμα κτίζει κηροπήγια στην άμμο,

γυρνούν τις ρυτίδες τους ανάποδα,

σκέφτονται πως έτσι φοριέται η ζωή.

 

Καμωμένα από κατεστραμμένα όνειρα,

από αντεστραμμένα φεγγάρια,

από εσταυρωμένους μορφασμούς,

από παρατημένους χαρταετούς,

από ανατιμημένους οιωνούς,

από σκουριασμένους ωκεανούς,

από κουρέλια και σημαίες ξεπλυμένες.

 

Σε παιδική χαρά βομβαρδισμένης χώρας

μαζεύουν ανεμώνες με μάσκες χημικών πολέμων·

μάνες Ικέτιδες βαφτίζουν το φεγγάρι μες στο πέλαγος.

 

Άπορα πουλιά τσιμπολογούν αμφιβολίες

σ’ εργοτάξια γενοκτονιών,

κτερίσματα στους τάφους των ματιών

σε καιρούς εμμηνόπαυσης της φύσης.

 

Γενειάδες σκυμμένων δέντρων κρύβουν τ’ αυθαίρετα

κι η θάλασσα ν’ αποτεφρώνει τη σιωπή της

στο άπειρο του χρόνου.

 

Παρακαλούνται οι τρεις σωματοφύλακες

να προσέλθουν στις πληροφορίες.

 

 *******

ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

 

Στα φαλακρά βουνά του φθινοπώρου,

γυναίκες μουσουλμάνες προσεύχονται σε τζαμί,

κι αν, όπως λεν, δεν τις ακούσει ο Μωάμεθ,

θα τις ακούσει η Παναγιά.

 

Εξαπτέρυγα κρατάνε τα πουλιά,

βήμα σταυροβελονιά και μάτια σμιλεμένα.

 

Κατά τη διάρκεια επτασφράγιστου ύπνου

δαίμων της μαστροπείας μαζεύει τις λιακάδες μία μία.

 

Απ’ τα καθαριστήρια

στα καθαρτήρια

κι απ’ τα ιερατεία

στο ιερό του σώματος.

 

Λήμματα, ελλείμματα, υπολείμματα,

λείψανα, σκιρτήματα, λεηλατήματα.

 

Βρέχει αντίσκηνα, ουρανός γεμάτος γνωμικά.

Τώρα δεν είμαστε τα όνειρα, μονάχα χλευασμοί.

 

Απ’ τα ίντερνετ καφέ

σε στρατόπεδα συγκέντρωσης,

απ’ τα πορνεία της γειτονιάς

σε Μέγαρα Μουσικής.

 

 

Εποχή του κατ’ οίκον περιορισμού

και της μοιρασμένης θάλασσας.

Διασταυρούμενα πυρά στα μάτια των αγγέλων,

αλλοδαπές νεροποντές στα μάτια των θνητών.

 

Απ’ τη μήτρα ξεπροβάλλουν χελιδόνια

πριν γίνουν πεταλούδες σ’ αμούστακο λιβάδι.

 

Κάθε που ψηλαφείς αιωνιότητες,

κράτα μικρό καλάθι.

 

*********

ΩΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

 

Η Ευρώπη μ’ άσπρο νυφικό

παραπατάει ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια

ξαναβαμμένης αθυροστομίας.

Κάθε Κυριακή (μέρα γενικού καθαρισμού)

ξεσκονίζει επιμελώς το εφήβαιο,

ξεπλένει αμαρτίες με νερό θαλασσινό,

ενδύεται την απουσία της.

 

Δευτέρα θυμώνει με τα όνειρα,

Τρίτη καταριέται τους ανθρώπους.

Τετάρτη πηγαίνει σινεμά με φίλες κολλητές,

Πέμπτη σοδομίζεται μπροστά σ’ έναν καθρέφτη.

Παρασκευές πετάγεται ως το ταχυδρομείο,

παραλαμβάνει δέμα με συστημένη βόμβα,

που δεν εκρήγνυται ούτε και τώρα.

 

Τα βράδια περιοδεύουσες παραλίες

μεταναστεύουν στον οίκο ανοχής της·

με το πρώτο φως της μέρας πάει στον φούρνο για ψωμί.

 `

********

ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΕΙΣ

 

Με το πατρόν της Ιστορίας ανά χείρας

γυναίκες δεκαπεντασύλλαβων βημάτων

μαλάζουν το σκοτάδι και η σκιώδης του σώματος

κυβέρνηση παραστρατεί καθ’ ολοκληρίαν.

 

Εκ δεξιών Παναγία Παραμυθιώτισσα,

εξ αριστερών Χριστός Κεφαλαιούχος,

εν τω μέσω της εικόνος Αυτός που επιβλέπει εσαεί

τον ανορθόγραφο κόσμο των παιδιών.

 

Επίσημα χείλη κυβερνώντων

διαψεύδουν πως ο Θεός συνέφαγε σε Δείπνο Μυστικό

με τον Υπουργό Εξορθολογισμού και Μετακένωσης,

με την Υφυπουργό Φραστικής Απόδοσης,

με τη στενογράφο Ανενεργού Ποιήσεως,

με τον Αρχιεπίσκοπο Ειδωλολατρίας και πάσης Βεβαιότητος,

με την κοινωνική λειτουργό της Σατραπείας.

 

Πράξη νομοθετικού περιεχομένου καταργεί:

διάφανα χαμόγελα, παρελάσεις σ’ οδοντοστοιχίες,

το παίγνιον «κρεμάλα», τη σταύρωση του Ιησού,

τη Θεία Λειτουργία, το μοιρολόι,

το συλλείτουργο οδυρμών, την κλωνοποίηση των ορμών,

την Καθαρά Δευτέρα και την αθανασία.

 

Ο Υπουργός Θανατικών Ποινών

κι ο Γραμματέας Πυκνοκατοικημένων Αρτηριών

μαζεύουν τ’ ασυμμάζευτα

στις πλάτες αποκεφαλισμένου πλήθους.

 

Παναγία Ρευματοκράτειρα: Υπουργός Επιτραπέζιων Παιγνίων·

Παναγία Γοργόνα: Υπουργός Θολοσκέπαστων Αποικιών·

Παναγία Μεσίτρια: Υπουργός Συγκυριών,

Κυριολεξίας και Αρνησικυρίας·

Παναγία Χελιδονού: Υπουργός Ταξικής Απελευθέρωσης

και Δημοσίων Αναθεμάτων.

 

Εκ δεξιών Χριστός Παραλειπόμενος,

εξ αριστερών Παναγία Ξεματιάστρα,

εν τω μέσω της εικόνος μπορείς να ζωγραφίσεις

κατά βούληση.

 

Παναγία Αγκυλούσα

βγάζει κι άλλο παραμύθι απ’ το σεντούκι.

 

Επίκεινται σταυροφορίες.

`

***********

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΔΑΚΡΥ

 

Υπερβαίνοντας τα εσκαμμένα περιφέρουμε τις σάρκες

από συνέδριο σε συνέδριο, περιάγουμε αυταπάτες

σε χαρακώματα σκαμμένα από χέρια προγόνων.

Μας θρέφουν ερινύες, ψηφίδες του μυαλού,

καταπίνουμε δολώματα κι αγκίστρια,

έχουμε χειροβομβίδες στο ’να χέρι,

στο άλλο πορτοκάλια.

 

Σε μια χώρα που τη λένε Οδαλίσκη, Συρία, Ιθάκη,

Παλαιστίνη, Τροία, Κουρδιστάν, Ονειρομένη,

παλιννοστούντες της Νέας Οικουμένης

βάζουν βλεφαρίδες στα δέντρα της πλατείας,

κόρες ματιών σ’ αμίλητα αγάλματα.

 

Τανκς με παντούφλες γύρω απ’ το κρεβάτι μας,

τανκς με τσαρούχια σ’ ώρες μεσημβρινής ανάπαυσης,

τανκς με αρβύλες στο χειροπιαστό σκοτάδι

του σκοταδισμού.

 

Καμικάζι αυτοκτονίας πίσω απ’ του μπάνιου την κουρτίνα

προσεύχονται στην Ύβρη, στην Άτη, στη Νέμεση, στην Τίση,

ψάχνουν τη Σχιστή Οδό σε σαλόνια

με χαλιά που εικονίζουν θαλασσογραφίες και αντίσκηνα.

 

Άοπλοι πολίτες εξεγείρονται

για τον από μηχανής θεό της πλουτοκρατίας,

πάνοπλοι πολιτευτές παραλείπονται απ’ την ιστοριογραφία,

νεοφώτιστοι καιροσκόποι κατοικούν

στην παγιωμένη γεωμετρία της διαίρεσης.

 

Μάχες σε ξένα εδάφη, συρράξεις σ’ εδάφια των Γραφών,

σε ναζιστικά σφαγεία – τώρα υπουργεία και οίκοι ανοχής –,

σε φάμπρικες και σανατόρια,

σε υπολογιστές που βομβαρδίζονται από ειδήσεις,

σε υπολογιστές που βομβαρδίζουν αεροπλανοφόρα.

Πόλεμοι δανεικοί, όπως τα δάνεια των λέξεων,

που γίνονται κανόνας

στον επαναπατρισμό των παρενθέσεων.

 

Σε σιδερένιο παραπέτασμα εγκιβωτίζεται η Ανδρομάχη·

εργολάβοι πολέμων καλούν την προφήτισσα Κασσάνδρα

στης βουής την απλήρωτη καταιγίδα,

ο κήρυκας Ταλθύβιος σε ταξίδια νοητής ακροβασίας.

 

Τη ροϊκότητα της θάλασσας

συνοδεύουν θαυμάτων μινιατούρες

σ’ έναν κόσμο που γεννήθηκε μιγάς.

 

Επί τάπητος εκφάνσεις των χοών,

εθνοκαθάρσεις των γλωσσών, κίνδυνοι εξ ανατολών.

Παιχνίδια της ζωής στο μικροσκόπιο,

σαρκώσεις σε σαρώσεις των κομπιούτερ

κι ο θόλος της πατρίδας το δάπεδο αγγίζει.

 `

***************

ΑΝΑΛΩΣΙΜΟ

 

Η Αύρα, η Λαύρα και η Λάβα έλεγαν χρώματα,

γελούσαν κατακόρυφα, γεννούσαν κιγκλιδώματα.

 

Μπροστά η βασίλισσα, ο Δούρειος Ίππος, ο τραγουδοποιός.

Μέσα στο πλήθος η Αλικαρνασσώ, η Χρυσόθεμις,

η Σαλώμη — μορφές υπαρκτές.

 

Τ’ απόγευμα γεμίζαν τις τσέπες με χρησμούς,

στους κήπους κατεβαίναν με τα χρυσάνθεμα.

 

Κάθε που νύχτωνε, η Χρυσόθεμις ξάπλωνε

στη γαλήνη του προσώπου, άφηνε τον ύπνο να σκεπάσει

το ερυθρόμορφο κορμί.

 

Δεν ξέρω αν το ποτήρι ήταν άδειο και η κλεψύδρα της μισή,

όμως η αύρα της ψυχής της είχε ένα χρώμα θαλασσί.

 `

******************

ΡΟΗ

 

Κοινή γνώμη στον ρόλο κοινής γυναίκας

σέρνει σε νέφη το έλκηθρό της.

Με βαμμένα νύχια γράφει ποιήματα,

μοιράζει θάλασσες στα υστερόγραφά της.

 

Σ’ ανελκυστήρες των χεριών ίσκιοι ετεροθαλείς,

κόκκινη θάλασσα από ύφασμα σατέν και αίμα,

προτού το νεροπίστολο σκοτώσει

τον πρώτο απεργοσπάστη ποιητή.

 

Ξένα ονόματα μυρίζουν στο παλτό της,

η φωνή της με λάθη ορθογραφικά.

 

Γυμνόστηθη η φύση της πρωίας,

γέννημα, υπόσχεση, πολλαπλασιασμός.

Μήτρες-μητριές απολεσθέντων ερώτων,

ρωγμές στιγμών χωρίς αιδώ,

εδώ, στο χωνευτήρι των λαών.

 

Άτρωτα τα χέρια

πριν απ’ το κούρεμα τ’ ουρανού,

πριν απ’ το κλάδεμα της αγάπης,

πριν απ’ τον θερισμό με άροτρα

σε κόσμο με άστρωτα φεγγάρια.

 

Στο μέλλον οι πνοές μας θα γίνουν

ξενοδοχεία γι’ αστέγους,

βροχές περισπωμένες

στον χαρτοφύλακα των φιλημάτων.

 

Πριν μου τινάξεις τη στάχτη  απ’ τα μάτια,

θα ποτιστούν μ’ αγίασμα όχθες ιστοριών

κι εσύ σε μια γωνιά θα ρωτάς τον Οιδίποδα

γιατί έβγαλε τα μάτια του.

`

**************

ΤΟΠΟΣ ΜΕ ΣΚΥΜΜΕΝΟ ΒΛΕΜΜΑ

 

Γεννιόμαστε απ’ τον θυμό, γινόμαστε όνειρα

σε κατ’ οίκον περιορισμό

με το κλάμα δημοσία δαπάνη.

Λείψανα άστρων σε συρτάρια μ’ αμαρτήματα–

έρεβος και κύματα θαλάσσης.

 

Αιώνες κρυβόμαστε σε βαθιά χαρακώματα.

Γεννιόμαστε σ’ αντίσκηνα,

πεθαίνουμε σε δωμάτια πολυτελείας

με φόρο υποτελείας σε μύθους προπατορικούς.

 

Τα χρόνια κάτω απ’ το χαλάκι της εξώπορτας,

τα κλειδιά του Έθνους στο απέραντο γαλάζιο που ξεφτίζει.

 

Μας διατρέχουν φυλλοβόλα τεχνάσματα ανυπακοής·

το δικαστήριο αποφαίνεται

πως δεν συντρέχει λόγος αυτογνωσίας.

Μετρώντας όμως τα κουκιά της Ιστορίας

κάποτε θενά γενούμε δέντρα με ρίζες

απ’ τ’ ουρανού την οροφή μέχρι τον Άδη.

 

Απλώνουμε οπωροφόρα θάλασσα σ’ αειθαλή χαμόγελα,

ενώ πάντα κρατάμε τη σιωπή στο χέρι

κι αναρωτιόμαστε ποιο είναι του Θεού

το τεκμαρτό εισόδημα, σε ποιο κόμμα πιστεύει

και αν δηλώνει κάθε χρόνο πόθεν έσχες.

 

Με κεντίδια ο κόσμος ταξιδεύει

σε γλυκάδες και φιλήματα χεριών

κι οι ενασχολήσεις της μελαγχολίας

αναβάλλονται διά παντός.

 

Μέσ’ απ’ τις γρίλιες των ματιών

φιγούρες παρελαύνουν με σκισμένο βλέμμα.

Τι κι αν κάποτε χωρούσαν σ’ ολόλευκο χαμόγελο;

Τώρα τρικλίζουν βουτηγμένες σε αλκοόλ

με δόντια σαπισμένα.

 

Πριν επιστρέψουμε στ’ ανακαινισμένα μας κλουβιά,

κάποιος μας λογοκρίνει,

μας παίρνει απ’ το στόμα το φαΐ

κι εμείς συλλογιζόμαστε πως κουβαλούσαμε παλιά

πολλά σακιά στην πλάτη·

κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους της αποθήκης,

ξεχορταριάζαμε τον ουρανό.

 

Παίρνουν τότε τα δέντρα τις ρίζες τους και φεύγουν.

 

 

`

************************************************************************************************

Στην ποιητική συλλογή του Ρήσου Χαρίση Θάλασσα εσωτερικού χώρου ιχνογραφούνται στιγμές από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα με τρόπο ρεαλιστικό και συνάμα εσωτερικό. Η φύση και τα παράδοξα της ιστορίας συμπλέκονται με τα πάθη και τα δεινά της εποχής μας προσδίδοντας στην ποίηση του Χαρίση μια καθολικότητα. Τέλος, η ειρωνεία, η παρωδία και η λογοπαικτική διάθεση αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά του λόγου του ποιητή και αναδεικνύουν το ιδιαίτερο χρώμα του.

*******

Ο ΡΗΣΟΣ ΧΑΡΙΣΗΣ σπούδασε Ελληνικό Πολιτισμό στη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, σκηνοθεσία κινηματογράφου-τηλεόρασης και δημοσιογραφία. Η δημοσιογραφική του εργασία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την παρουσίαση και επιμέλεια μιας σειράς εκπομπών στην Ελληνική Ραδιοφωνία, όπου ανέδειξε κοινωνικά θέματα της εποχής μας. Υπήρξε επίσης εθελοντής δάσκαλος της ελληνικής γλώσσας σε πρόσφυγες και μετανάστες.

Η ποιητική συλλογή του Ο Μεταξουργός (Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη 1987 – Μορφωτική Υπηρεσία Υπουργείου Παιδείας Κύπρου) εκδόθηκε από την ίδια υπηρεσία το 1988 στη Λευκωσία.