Μπάσταρδο σύμπαν

 

Μπάσταρδο σύμπαν που με γέννησες

με φόντο μαύρο εξατμίζομαι

από τον πόνο κι απ’ την τρέλα

λιώνουνε καπνίζοντας

οι σάρκες του προσώπου μου

φλογίζεται όλο μου το σώμα

μένουν στο κενό να στροβιλίζονται

τα δόντια μου

αστραφτερά και μαργαριταρένια

 

 `

*

Χαμήλωσε το βήμα σου

 

Χαμήλωσε το βήμα σου

μάζεψε τις φωνές σου, έφηβε

μη μου ταράζεις τη νεκρική γαλήνη∙

εδώ που βάδισες κείτονται νεκροί

κι ας έχει στρώσεις και οδοστρώματα

–πολιτισμών και γενεών που προπορεύτηκαν–

ανάμεσα σε σένα και σε μένα

 

Είσαι –και ήμουν– διάττοντας

χωρίς να το γνωρίζεις,

περαστικός μες στους περαστικούς,

προτού φυτρώσεις έχουνε πέσει στο έδαφος

ώριμοι οι καρποί σου

και ήδη γεννιούνται οι μεθεπόμενοι∙ ενώ εσύ

είσαι σκιά που δρόσισε το μνήμα μου,

την πλάκα μου που γίνεται χαλίκια

την παρασέρνουν τα νερά, θα εξατμιστεί

και θα χυθεί στο σύμπαν

 

Δύο σκιές που παιχνιδίσαμε στο φως,

χαίρε, κοινή πατρίδα μας το χάος

και η Θεσσαλονίκη

 

`

*

TemploMayor (στον μεγάλο ναό των Αζτέκων)

 

              Αφαιρούνταν η ακόμη παλλόμενη καρδιά του θύματος.

              Αφαιρούσαν το δέρμα και τους μυς για να φανερώσουν

              το κρανίο. Και με δυο τρύπες το περνούσαν στα ικριώματα.

 

Σαστίσαμε σαν επιβεβαιώθηκαν

τα κατορθώματα των Ισπανών κονκισταδόρων

με το που πήραν την αζτέκικη την πόλη,

το πρώτο μέλημά τους ήταν να ισοπεδώσουνε

την πυραμίδα με τα χιλιάδες τα κρανία

–τα σφάγια, τα υπολείμματα μιας έξαρσης,

ώστε να καίει ο ήλιος και να κατευθύνονται οι μάζες–

να εξαφανίσουνε, λοιπόν, το βάρβαρο,

το τόσα δα φρικιαστικό ετούτο θέαμα

και στο ισιωμένο έδαφος να χτίσουν νέα πόλη

(την πόλη που έπειτα την είπανε Πόλη του Μεξικού)

 

Αντί να τα φυλάξουν όλα ως είχανε

να κόβουμε εισιτήρια στα Μουσεία

να έρχονται από το μέλλον οι τουρίστες με τις selfies τους

να κάνουνε γκριμάτσες και χειρονομίες

–και πίσω τους τα διαλυμένα τα κρανία–

να βλέπουμε στα social διαδίκτυα

να επικροτούμε μιαν ακόμη εμπειρία

thumbs up, thumbs up, κ.λπ.,

τι Αζτέκοι, τι Τολτέκοι, τι Μιστέκοι

κι εκείνοι οι Μάγιας να φτιάχνουνε συνέχεια

τσο-μπά-ντλι

–κι εμείς, να τα γκρεμίζουμε, ωιμέ!–

ικριώματα και πύργους με κρανία

κρανίο πάνω στο κρανίο

και να ορθώνεται, ένα με τους θεούς

ο άνθρωπος σαν τέρας

κρατώντας στο ένα χέρι τον πυρσό

και στο άλλο

λιαστά, ανεμόδαρτα και βροχοεκτεθειμένα

πάλαι ποτέ κρανία, πάλι κρανία

φορώντας τα στο τέλος κι ως μάσκα

λατρευτική που δόξασε

–σάρκα που ανεμίζει–

του ανθρώπου τη ζωή,

που εδώ  γ ε ν ν ά τ α ι

 

`

*

Σε μια ουράνια πλατφόρμα

 

Περ κε του παρλέ

–γιατί πράγμα μιλάτε κύριε;–

στο παρκέ μιας πλατφόρμας που ίπταται

καμπυλωτή σε μιαν άμπωτη του χωροχρόνου;

Εμέ με ενδιαφέρει η  εντερολογία η συγκριτική των πτηνών

ζώντων και τεθνεώτων

εμφανισθέντων και εξαφανισθέντων

όντως πτηνών και ημίπτηνων

πιγκουίνων κοτών και πουλπούλογλων

λόγων σημείων α και β

στις κορυφογραμμές Μάττερχορν

λόφων μοναχικών στη Γη και στον Άρη

φουσκώματα ύλης στους όρχεις στο φεγγάρι ή στον ειλεό,

περάσματα στενά, υγρά μεταβλητά

ξερά στον βόρειο πόλο, και στο έντερο,

εδώ οι σελαγισμοί είναι πράσινοι, τα χολαγγεία καφέ,

ενώ στον Κρόνο κόκκινοι, στον Δία μπλε

φωτοστέφανα ψεύτικα μαγνητικά κοσμήματα

σε πέτρες στα νεφρά –λεβάιν– ενός σύμπαντος

που φουσκώνει σαν κούρκος για να σκάσει μετά

αναπολώντας μιαν άλλη αρχή

μια κάποιου τύπου επανεκκίνηση

εδώ ή εκεί, ποια είναι η Β’ Εθνική

δεν θα μας πει κανείς,

εσύ είσαι ο διαιτητής, ο διευθυντής

το γήπεδο και το χορτάρι είσαι εσύ, και οι προβολείς,

θα σφυρίξεις την αρχή, την λήξη, την παράταση,

με κάποιου τύπου ανοχή,

την παραβίαση κανόνων που δεν έθεσες εσύ,

θα αμφισβητήσεις και θα εκραγείς

αντί να παιχνιδίσεις με την ύλη την ανταποκριτική

όχι σαν αυνανιστής μα ως εραστής

που υπηρετεί τον άλλον και αλληλοεπιδρά

όχι ως διευθυντής ορχήστρας, αλλά ως τζαζ

τζαμάρει μπλουζ και δίχως κλου γελά

και αστράφτουν φώτα προσωρινά

σπέρματα σιντριβανιστά, αχνιστά

προτού σκάσουν κενά

ή σαρκωμένα σε έναν άλλον ουρανό,

εδώ, που αυλακώνουν άλλοι ξεχωριστά,

έχε γεια, μπαμπά (;)

 

`

*

Σκάβοντας τάφους

 

«Έχω γυναίκα και παιδί μη με σκοτώσεις»,

διαδοχικά σκάβανε δυο τάφους,

με το πιστόλι πλάι στον κρόταφο

τη μία ο ένας έσκαβε, την άλλη το πιστόλι

«Έχεις γυναίκα και παιδί, εσένα κάποιος θα σε κλάψει»,

το φτυάρι άφηνε κοιτούσε απορημένος

«Εσένα θα σε κλάψει η μάνα σου»,

το φτυάρι έπιανε κοιτούσε το πιστόλι

«Η μάνα μου; Την έθαψες εδώ λίγο πιο πάνω ξέχασες;»

συνέχεια σκάβανε διαδοχικά αλλάζανε

«πιο κάτω θα θάψεις το παιδί μου

και θα σε θάψει η γυναίκα μου, είμαι εγώ,

συνέχεια θα ξεθάβουμε και θα μας βρίσκουμε θαμμένους»

«εγώ είμαι το παιδί σου»

 

`

*

Σταυροπόδι καθιστός πλάι στη σορό του

 

Παραπονιέται ο νεκρός

σταυροπόδι καθιστός πλάι στη σορό του,

βγάζει τη γραβάτα του

στο φέρετρό του,

νέος φουντώνει μαύρο το μαλλί του,

«ήρθαν οι φίλοι στην κηδεία μου;», ρωτά

«πρέπει και ’γω να πάω τώρα στις δικές τους»

«μα είναι αδύνατο, δεν με καταλαβαίνετε;»

 

Με λάμψη βρίσκεται με μιας στα νιάτα του