Διαβάζοντας τον τίτλο της πρώτης ποιητικής συλλογής του Αντώνη Μπαλασόπουλου, Πολλαπλότητες του Μηδενός (Θεσσαλονίκη, Σαιξπηρικόν, 2020), διερωτάται κανείς αν τα ποιήματα έχουν γραφτεί με το βλέμμα του ποιητικού υποκειμένου καρφωμένο στο Μηδέν. Αν ο ποιητής, απογοητευμένος από τον κόσμο, κοίταξε κατάματα το εκτυφλωτικό Μηδέν, και στρέφοντας το βλέμμα αλλού αποτύπωσε τη σκιά του ερέβους παντού.

 

Οι Πολλαπλότητες του Μηδενός όντως μετέχουν στην παράδοση του Μηδενισμού, συμμεριζόμενες την διάγνωση ενός Νίτσε (και των επιγόνων του), ότι ο 19ος και 20ος Αιώνας κατέδειξε την υπαρξιακή και πολιτική ένδεια του Δυτικού κόσμου. Όμως οι Πολλαπλότητες μετέχουν οριακά σε αυτή την παράδοση, και μόνο στον βαθμό που η γόνιμη διαλεκτική τους το επιτρέπει. Με άλλα λόγια, η «ταύτιση» με τον φιλοσοφικό Μηδενισμό είναι μόνο κατ’ όνομα, διότι η διανοητική και πολιτική πορεία που προοικονομούν οι Πολλαπλότητες είναι εκ διαμέτρου αντίθετη από τον Μηδενισμό.

Για να υπερβληθεί το Μηδέν πρέπει πρώτα να διασχιστεί. Η αναμέτρηση με το Μηδέν ακόμα επείγει. Αυτό που διαχωρίζει τις Πολλαπλότητες από τον φιλοσοφικό Μηδενισμό έγκειται στον τρόπο που προσλαμβάνεται το Μηδέν.Ο παραδοσιακός φιλοσοφικός Μηδενισμός θέτει ένα ενιαίο Μηδέν που εκδηλώνεται είτε ως βούληση-για-δύναμη (Νίτσε) είτε ως πλαίσιο αποδιαφοροποίησης όντων(Χάιντεγκερ). Συναφώς, υπάρχει η δυνατότητα το Μηδέν να συλλαμβάνεται αθρόα ως «όλον»είτε μέσω μιας ιδιότυπης κατηγοριακής εποπτείας είτε μιας θεμελιώδους διάθεσης. Έτσι, το Μηδέν συγκεντρώνεται και διαγιγνώσκεται «καθαρό», απομονώνεται, συμμαζεύεται από τη διασπορά, και ενσωματώνεται πλήρως ως Τρόμος, από ένα υποκειμενικό πόλο που στερείται διαφοροποίησης από το πραγματικό. Έτσι, το υποκείμενο παραμένει εγκλωβισμένο στον Μηδενισμό και ο τελευταίος παρατείνεται, εκπληρώνεται μέσα από την επιτέλεση της ίδιας της διάγνωσης. Σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Στις Πολλαπλότητες το Μηδέν δεν συγκεντρώνεται—παραμένει διεσπαρμένο και διαλεκτικό.

 

Το κάθε ένα από τα 28 ποιήματα αποτελεί μια καταβύθιση σε διαφορετικό τρόπο με τον οποίο υποκειμενικοποιήθηκε το Μηδέν εμπειρικά μέσα σε έναν κρίσιμο 20ο αιώνα· έναν αιώνα όπου τα πολιτικά υποκείμενα βίωσαν τον Τρόμο από τη βάρβαρη πραγματικότητα του Πολέμου, του Ολοκαυτώματος, της ανοικείωσης, του Καπιταλισμού. Το Μηδέν αφορά στο διαλεκτικό κενό, στο ρήγμα μεταξύ πολλαπλών υποκειμένων και του πραγματικού. Πρόκειται για διαφοροποιημένα Μηδέν που ουδέποτε συμπίπτουν με τον εαυτό τους, ούτε καταλήγουν σε μια άγονη αυτοαναφορικότητα. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω υποκειμένων-ηρώων των ποιημάτων, όπως ο Osip Mandelstam, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο James Joyce, ο Paul Celan.

 

Τα ποιήματα εγκυμονούν έναν οργανικό μετασχηματισμό του ανθρώπου. Συναφώς, ενέχεται ένα φουτουριστικό στοιχείο στα ποιήματα, και σε ορισμένα ποιήματα η διέξοδος είναι ορατή (και σε κάποια, π.χ. στο «Λιμνοθάλασσα», η διέξοδος είναι το επίκεντρο). Παραφράζοντας τον ποιητή Σταύρου Ζαφειρίου: Υπάρχει μια προοδευτική εξέλιξη, μια διαλεκτική μεταξύ της ταυτότητας του ατόμου και της απώλειάς της. Σε αυτή την διαδικασία, το ποιητικό υποκείμενο  αυτοσκοπείται, επισκοπεί, αναστοχάζεται, γίνεται ο καθρέφτης των παθών του εαυτού και του κόσμου, το αντηχείο και η φωνή.

 

Όπως εύστοχα παρατηρεί ο μεταφραστής-συγγραφέας Γιώργος Κεντρωτής, η συλλογή φέρει έντονο το βιβλικό στοιχείο. Κατά την άποψή μου, ο βιβλισμός των Πολλαπλοτήτων, η γλώσσα και οι συμβολισμοί θυμίζουν Νίτσε. Όμως το όραμα, η μέλλουσα υπέρβαση του Μηδενός, διαφέρουν κατά πολύ από αυτό που είχε να προτείνει ο Νίτσε. Στη σκιά του Μηδενισμού ο Νίτσε συλλαμβάνει τον «υπεράνθρωπο», το «ελεύθερο πνεύμα» που αντικαθιστά την αλήθεια με την ερμηνεία, και που έχει τη ζωτική δύναμη, την υγεία και το στομάχι οργανικά να μεταμορφώσει εαυτόν και να γίνει βούληση-για-δύναμη καταφατική προς τη ζωή. Σε αυτή την νιτσεϊκή διαδικασία όμως το πραγματικό καταρρέει μέσα στη βουλησιαρχία—γίνεται παράγωγο της βούλησης.Ο Νίτσε συλλαμβάνει τη διαδικασία του μετασχηματισμού ως διαδικασία μεταβολισμού και γι’αυτό συχνά χρησιμοποιεί τον συμβολισμό του στομαχιού. Το πνεύμα είναι ένα στομάχι, που στην παρηκμασμένη του μορφή είναι ένα παμφάγο στομάχι που τρώει ό,τι βρει μπροστά του, ένα στομάχι που υποφέρει από δυσπεψία και αδυνατεί να μεταμορφωθεί. Το στομάχι του «υπερανθρώπου» είναι ένα επιλεκτικό στομάχι που ενσωματώνει και χωνεύει το ξένο και αποφεύγει να φάει ό,τι δεν θα μπορούσε να χωνέψει. Η υπέρβαση του μηδενισμού λοιπόν, συλλαμβάνεται ως πολιτιστική μεταμόρφωση με όρους ατομικιστικούς και ελιτιστικούς.

 

Τα σύμβολα του «στομαχιού», της «κοιλιάς» και των «σωθικών»εμφανίζονται σε διάφορα σημεία στις Πολλαπλότητες. Πρόκειται για άδεια στομάχια ή για το στομάχι του κήτους που έχει φάει τον πρωταγωνιστή. Εδώ, το άδειο στομάχι (ή κοιλιά) δείχνει ένα υποκείμενο που πεινά: δείχνει ένδεια, ανισότητα, βία πολέμου. Δείχνει όμως επίσης δυνατότητα για εξέγερση, δυνατότητα αντήχησης του εξεγερτικού λόγου. Για ισότητα.

 

*Ο  Χρίστος Χατζηιωάννου είναι διδάκτορας του Τμηματος Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου, www.christoshadjioannou.com