Τεννεσσή Ουίλλιαμς:  Οι μπαλάντες του Γαλάζιου Βουνού

 

  1. Ουράνιο γρασίδι

 

Σ’ ουράνιο περπάτησαν

τα πόδια μου γρασίδι, ολημερίς

καθώς ο θόλος έλαμπε σαν καθαρό γυαλί.

Σ’ ουράνιο περπάτησαν

τα πόδια μου γρασίδι.

Μοναχικά περνούσαν

τ’ άστρα ένα-ένα ολονυκτίς,

τότε στη γη κατέβηκαν εκεί να περπατήσουν

κι έκλαψ’ η μάνα μου,

καθώς κλαίνε σαν γεννήσουν.

Τώρα τα πόδια μου με πάνε μακριά,

τώρα τα πόδια μου με πάνε πέρα,

αλλ’ ακόμα ζητάνε το ταξίδι

επάνω στ’ ουράνιο γρασίδι.

 

  1. Ο Μοναχικός

 

Πάνω-κάτω η κουνιστή μου πολυθρόνα όλη μέρα

μα κανείς δεν έρχετ’ εδώ πέρα,

μα κανείς δεν έρχετ΄εδώ πέρα.

Κράτσα-κρούτσα το χοιρομέρι αργά ξεκοκκαλίζω

κι ύστερα μόνος τα πιάτα, την κουζίνα καθαρίζω,

τα πιάτα, την κουζίνα μόνος καθαρίζω.

Πέρα-δώθε σέρνονται στο πάτωμα τα πόδια

γιατί δεν αγοράζω αγάπη, σα ν΄αγόραζα βόδια,

δε θέλω νά αγοράσ΄αγάπη, σα να ‘ταν βόδια.

Τώρα τικ-τοκ χτυπάει το ρολόι δίπλα στο κρεβάτι το μονό

και το φεγγάρι κοιτάει που τη νύχτα ξενυχτώ,

κοιτάει του γέρου το κεφάλι το ξερό.

 

  1. Καλύβα

 

Η καλύβα ήταν ζεστή

κι οι μολόχες ανθίζαν

στην πόρτα μπροστά, ώσπου γλίστρησαν μέσα

τα λόγια του που ψιθυρίζαν.

Στο περβάζι ο ήλιος

φωτεινός και καυτός

μέχρι που σήκωσε αυτή το σύρτη να μπει

κάποιος άντρας η ο παλιόκαιρος.

Τώρα ο αέρας τη γκρεμίζει

του χειμώνα τα βράδια

και σωριάζοντ’ οι τοίχοι εκεί

π’ αμάρτησαν με φιλιά και με χάδια.

Κι η χλωμή, ατελείωτη βροχή

στο δωμάτιο τρυπώνει

ίδι’ ασπρομάλλα μάγισσα που με σκούπα

αχυρένια, μακριά το σαρώνει.

 

 

 

  1. Ζάχαρη στο καλάμι

 

Είμαι στον μύλο κόκκινο πιπέρι,

ψωμί π’ αναμένει του φούρναρη το χέρι

Ζάχαρη γλυκιά μεσ’ στο καλάμι,

της βροχής μ’ άγγιξε μόν’ η παλάμη.

Κι αν μ’ αγγίξεις,  να σε φυλάει ο Θεός,

το καλοκαίρι αυτό ήλιος καυτός και λαμπρός.

Πατάτες είμαι που δεν έχουν βραστεί,

επιταγή που πρέπει ν’ εξαργυρωθεί.

Παράθυρο με τα πατζούρια του κλειστά,

κανείς δεν βλέπει τι γίνεται στα σκοτεινά.

Κι αν το ‘βλεπες, ο Θεός βοηθός!

Ο χειμώνας εδώ κρύος και ζοφερός!

 

 

Τζέιμς ‘Eιτζι:  Στην λαμπρή αυτή  νυχτιά

 

Νίωθω πώς στη νυχτιά,

λαμπρή απ’ αστροσκιά,

κάτι καλό στη γή

επάνω με φυλά.

‘Χάθη ο χειμώνας πέρα στο Βορρά.

Όλα έχουν γιάνει, στο θρόνο

της γης κατακαλόκαιρο μόνο,

γεμάτη η καρδιά.

Νιώθω μεσ’ στη λαμπρή

αυτή νυχτιά, τα δάκρυα μου, αναρωτώμενος

για τις σκιές των αστεριών,

πέρα μακριά πλανόμενος.

Επίμετρο

Τα ποιήματα των δύο Αμερικανών έγιναν τραγούδια κι όχι τυχαία. Η ρυθμικότητα, η – συχνά ηθελημένα-  αφελής ρίμα σιγοντάρουν τη δυνατότητα μουσικής επένδυσης. Και οι δύο ποιητές έγιναν περισσότερο γνωστοί για το μη ποιητικό τους έργο βέβαια, ο πρώτος για τη θεατρική του παραγωγή, ο δεύτερος για την πρόζα και κυρίως την κριτική του.

Ο συνθέτης και συγγραφέας Paul Bowles συγκέντρωσε τέσσερα ποήματα απ’ το, μάλλον ξεχασμένο πιά,  βιβλίο ποιημάτων του Ουίλιαμς “In the Winter of Cities”  (1956) για να δημηιουργησει τον κύκλο τραγουδιών “Blue Mountain Ballads”, όπου έκανε χρήση τζαζ και ράγκταϊμ, στοιχείων συνδεδεμένων με τον Αμερικάνικο Νότο, τον γενέθλιο τόπο του ποιητή.

Στην περίπτωση του Έϊτζι, με καταγωγή επίσης απ’ το Τένεσση,  “Permit Me Voyage” (1934) ήταν η πρώτη συλλογή ποιημάτων του, με ποιήματα μακροσκελή και ποικιλία μορφών απ’ το σονέτο στο πεζοτράγουδο.  Το Sure on this shining night  είναι απόσπασμα που διάλεξε για να μελοποιήσει πρώτος ο Samuel Barber, κατόπιν ακολούθησαν κι άλλοι.

Ο συνθέτης διέγνωσε στο ποίημα και τόνισε στη μουσική  μια εγγενή λυρικότητα που υπάρχει στους Προτεστάντικους ύμνους. Στην μετάφραση έγινε μια ηθελημένη απλοποίηση, ώστε να κρατήσει το χαρακτήρα του τραγουδιού και μια εφηβικότητα που αυτό αποπνέι.  Ο ποιητής αφήνει τη σύνταξη και το νόημα στο τέλος ασαφές, στα Ελληνικά όμως πρέπει να γίνει επιλογή:  αν οι σκιές των αστεριών είναι που τον αφήνουν ενεό η αν απομακρύνεται στο τέλος απ’ αυτές.