Ορίστε να,
το τελευταίο σπίρτο μου
που είναι όλες
οι φωτιές
που μ’ έχουν φέρει ως εδώ.
Η τελευταία μου ανάσα.
Το ουρλιαχτό της σκοτεινής χαράς,
που θα κρατήσει τη φλόγα
στα σπλάχνα ζωντανή,
τούτη τη φορά
δεν θα το πνίξει
κανένας καθωσπρεπισμός,
Θα αφεθεί ελεύθερο να εκφραστεί:
η στάχτη της νύχτας να μυρίσει εκπλήρωση.
Κι αμέσως μετά νιόφυτο δάσος
που θα κρύψει τα ερείπια.
Αμέτρητα χριστουγεννιάτικα δέντρα
για τους ελάχιστους
που μπόρεσαν ν’ αντέξουν.
Πάνω στον ζόφο
θα στάξει το ξημέρωμα
το σπάνιο κρασί,
παλαιωμένο από του αίματος
την πρωτάκουστη βουή
εδώ σ’ αυτήν την εσχατιά
όπου η ζωή κι ο θάνατος
παίζουν τη συνηθισμένη τους παρτίδα
σαν να ‘ναι η τελευταία
σαν να κρίνονται τα πάντα εδώ
σαν να φοβούνται και οι δυο
να μην επικρατήσουνε οριστικά.
Τι άχθος.
Τι τρόμος αυτή η περίπου ισοπαλία.
Τι στενωπός.

Το δείπνο που θα γεμίσει
το τραπέζι
των άπειρων φίλων μου,
χαμίνια
κάτοικοι παντοτινοί
της παιδικής ηλικίας ,
αυτή τη φορά
δεν θα προλάβει κρυώσει.
Αυτή τη φορά όλοι παρόντες.
Κι ετούτη η απάτητη Αργεντινή
πίσω από τη βιτρίνα
θα γίνει το παντοτινό αίνιγμα,
το λυτρωτικό παραλήρημα
που κυοφορούσε τους πάντες
αλλά από ελάχιστους
μπόρεσε να γεννηθεί.
Mi Buenos Aires querido.
Mi Buenos Aires querido.
Και ύστερα
μια Γη του Πυρός,
φυλαχτό μεγάλο
από μικρές μοναξιές-
Καρυάτιδες της αιωνιότητας.
Όση μοναξιά ακριβώς
είναι απαραίτητη
για να μη χαθεί η μουσική
στα κύμβαλα της αμφιβολίας.
Ω, φλεγόμενε κρίνε της ατολμίας μου!
Με πρόδιδα ανελλιπώς
που σ’ είχα στα χέρια μου
και δεν έσκυβα
να σε ασπαστώ ευλαβικά
για ν’ ανασάνω.
Που δεν ψηλαφούσα
τους άγνωστους τόπους σου
με τους αστερισμούς
που κάνανε τις χασμωδίες του θανάτου
τραυλισμό από τη μέθη του βιώματος.
Που ερχόσουν να ζεστάνεις τη καρδιά μου
κι εγώ κρύωνα από αναποφασιστικότητα
και ευγένεια θνησιγενή.
Το τελευταίο σπίρτο μου.
Που είναι όλες
οι φωτιές
που τις είχα κάποτε
σκεφτεί σαν λέξεις ιερές.
Αγάπη.
Θα το αποδείξει, αν χρειαστεί,
το χθεσινό μου τρέκλισμα
στο αυριανό σου χιόνι.
Το παντοτινό μου τώρα
στο τωρινό σου πάντοτε.
Με αγγίγματα
που κρήνες γυρεύουν
μα βρίσκονται
με τις κρυφές ουλές του ουρανού•
και ψιχαλίζει νυχθημερόν
σε όλες τις ηλικίες
του αγέννητου ανθρώπου
μία βροχή από βάμμα ιωδίου
για τις πληγές
που έρχονται να τον συναντήσουν.
Κοίτα με, κοίτα με
πως με καταργώ
όταν σε τραγουδάω.
Κοίτα με, κοίτα με
πως σε χορεύω
με αβέβαιο βηματισμό
γιατί με φτιάχνω
ξανά απ’ την αρχή.
Τι άλλο, πες μου, να ζητήσω;
Κι όλα τα λάθη μου
γρανάζια
στο άφθαρτο
και ακριβές
ρολόι του Ανείπωτου.
Αγάπη.
Που πάει να πει
κουράστηκα να με κρατάω στη σκιά.
Το κρύο μου πλέον
απαιτεί μιαν άλλη αρχιτεκτονική,
θεμέλιο της μια καρδιά ροδώνας
που πυρώνει το καταχείμωνο.
Τόσο ανυπόφορα εύοσμη.
Τόσο πολύ δική μου
που άλλος κανείς
δεν θα μπορεί να την αντέξει.
Θα πάλλει στο σκοτάδι των ματιών μου,
το βλέμμα μου.
Το βλέμμα μου.
Επιτέλους, το βλέμμα μου.
Σύμπαν φανερωμένο
μετά από πολλούς ακρωτηριασμούς.
Και τι ωραία
να μη σε βλέπω πουθενά
κι ωστόσο να νίβομαι κάθε στιγμή
σε όλα σου τα μάτια
που είναι τα δευτερόλεπτα μου.
Και καμία ύλη να μην μπορεί
να σου δώσει υπόσταση,
καμιά χημεία,
όποτε εγώ αρνούμαι να υπάρξω.
Καμιά ιδέα.
Και όταν πάω
να σε γράψω
συνέχεια τον δρόμο χάνω
Τι ευτυχία.
Το κάθε βήμα μου
ένα άλλο κέντρο
του κόσμου.
Και στις μυριάδες εκδοχές
του κόσμου,
κανένας κόσμος,
μόνο μια έρημος
γλυκιά και ροδαλή
που μου μαθαίνει
το νερό
με ένα μονάχα ρήμα.
Τι ηδονή ανομολόγητη.
Σε αγαπώ.
Και η αγάπη αυτή
σε μένα να επιστρέφει ,
σαν θαλπωρή απ’ το επέκεινα.
Κι όλοι οι καθημερινοί θάνατοι
που πασχίζουν να με βάψουν
σαν θλιβερό κομπάρσο της ζωής μου
δεν ξέρουν από πού να κρατηθούν,
στους βρώμικους υπονόμους
επιστρέφουν.
Τον χρόνο σου μπορεί
να τον ορίσει μόνο
αυτό που πρόκειται να γίνει
και ήδη με ξεδιψά
με τους δροσερούς καρπούς του.
Τι ευκαρπία!
Ή το ξύπνημα μου
από τον βρυχηθμό
που προσώρας κοιμάται
στο γέλιο σου
σαν σύννεφο καλοκαιριού.
Τι νηνεμία .
Τι απανεμιά παραπλανητική
που κάνει την αλήθεια
να μοιάζει με απάτη.
Με το πορφυρό σου δαχτυλίδι,
άλως παράξενων φεγγαριών
που επιστρέψανε το αίμα στις φλέβες
των χαμένων ημερών ,
το χέρι μου βγαίνει ακέραιο ξανά
από όλες τις λάθος πράξεις.
Ανάβω το τελευταίο σπίρτο
και σπάω όλες τις κλειδαριές,
στις παλιές πόρτες,
στις καινούργιες καρδιές.
Σε λευτερώνω.
Άλλοι σε είπανε Θεό.
Άλλοι Γκρεμό και Τίποτα
και Ύστατη Ανεξάντλητη Πνοή
και Ορίζοντα
φτιαγμένο από όλα τα ρίγη της ψυχής,
και Αρχέγονη Ζωγραφική
με χρώματα που ακόμη δεν έχουν εκραγεί,
που ξεδιπλώνεται επιβλητική
όταν κάποιος αποκαμωμένος ζωγράφος,
(άγνωστος στρατιώτης και αυτός,
χωρίς μνημείο,
που πολέμησε για μας
και για τις άγνωστες πατρίδες μας)
λέει δακρύζοντας σχεδόν
τα τελευταία του λόγια:
ως εδώ/ άλλο δεν μπορώ/
το μαύρο μου πήρε ό, τι είχα/
το άσπρο τα χάρισε αλλού.
Εγώ, έσχατο όριο μου ,
θα σε πω
που το πηγαίνω απόψε
λιγάκι παραπέρα.
Το τελευταίο σπίρτο μου:
στρατιές αγγέλων.
Το τελευταίο μου σπίρτο:
στίχος λοξός που διέφυγε
της προσοχής του δεσμοφύλακα
και σαν έπος ξεχύνεται στους δρόμους.
Το τελευταίο σπίρτο μου:
η πολυπόθητη στιγμή
που το σώμα σου, το Άπειρο,
θα κοινωνήσω.
Ανάβω το τελευταίο σπίρτο μου
και γεμίζω το ατέρμονο κενό
στην απεχθή όψη του Τέρατος
που από κοντά μου δεν έφυγε ποτέ
και που νομίζει πως ξανά από
ετούτη τη μεγάλη νύχτα
θα μπορέσει να με κλέψει.
Και από τον θρήνο του
που ακούγεται να αλυχτά σπαραχτικά
και να γυρεύει χώρο στο μυαλό μου
οριστικά έχω ξεφύγει.
Με ένα δικό μου ουρλιαχτό.
Χαρούμενο και σκοτεινό.
Με λευτερώνω.
Αγάπη.