ΕΚΤΟΣ ΙΣΤΟΥ

 

Εσύ που θέλησες να ζεις εκτός ιστού,

κι’ από της πόλης μακρυά τις λεωφόρους,

μη φοβηθείς αγριεμένους σταυροφόρους

που σε καλούν πίσω στο ποίμνιο του Χριστού.

 

Κι αν ακουστούνε θίασοι και μουσικές,

προσκάλεσέ τους την παράσταση να δώσουν,

επιθυμίες, δεν πειράζει, ας ενδώσουν

σε ηδονές και απολαύσεις μυστικές.

 

Βρήκες το νόημα του δίσκου της Φαιστού

και της ζωής, μες της Φοινίκης τα εμπορεία,

του Οδυσσέα ξαναγράφεις την πορεία,

εσύ που θέλησες να ζεις εκτός ιστού.

 

 `

*

 

ΑΚΟΥΑΡΕΛΑ

Κάποτε ήταν η ζωή σου
αντίγραφο του Παραδείσου,
μια ζωγραφιά ξεχωριστή.
Πολύχρωμη ακουαρέλα,
«τραγούδα», σού ‘λεγε, «και γέλα,
παντού η χαρά σου ν’ ακουστεί».

Νύμφες χορεύαν στα λιβάδια
και σε καλούσανε τα βράδια
κάτω, στην ακροποταμιά,
μοίρες τεχνίτρες και υφάντρες
προικιά σου στόλιζαν με χάντρες
και με λογής-λογής πλουμιά.

Μα η Κλωθώ πετά τ’ αδράχτι,
πηδά του ποταμού τον φράχτη,
μες στα νερά του να λουστεί,
και το ποτάμι ζωντανεύει,
θεριεύει κι όλα τα μουσκεύει,

κι η ακουαρέλα έχει σβηστεί.

 

Κάποτε ήταν η ζωή σου
μια ζωγραφιά ξεχωριστή.
Πολύχρωμη ακουαρέλα,
που τώρα έγινε μια λέρα.

`

*

ΗΔΟΝΟΒΛΕΨΙΕΣ

 

Ανάβουνε τα φώτα ένα-ένα,

τα σώματά μας σμίγουνε δυό-δυό,

απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο κανένα

άστρο δεν φαίνεται στον ουρανό.

 

Ο ήλιος δεν τ’ αφήνει να ανάψουν.

σε λίγο, όμως κι αυτός σα κοιμηθεί,

πετράδια στο στερέωμα θα λάμψουν,

τα σώματά μας θα ‘χουν ενωθεί.

 

Φτεροκοπώντας κλείνει τη κουρτίνα,

σταλμένος απ’ τον Δία ο Ερμής,

τα διάφανα της Αφροδίτης κρίνα

θα μείνουν στο δωμάτιο, κι εμείς.

 

Τ’ αστέρια τ’ άλλα όλο υποψίες

θα ψάχνουν στο βελούδο μια σχισμή,

θα σπρώχνονται σαν ηδονοβλεψίες

να δούνε την αλήθεια σου γυμνή.

 

`

*

ΟΙΚΟΙ ΑΝΤΟΧΗΣ

 

Κοσμήματα του Τσίλερ, σκορπισμένα

σ’ Εξάρχεια, Ψυρρή καί Κολωνό,

κυκλαδονήσια στον ωκεανό,

σας έχουν Καρυάτιδες κλεμμένα,

 

Στα γείσα και μαρμάρινα μπαλκόνια,

το κάλλος εντοιχίζει αντοχές,

ξορκίζουνε τις αντιπαροχές,

τα επίθυρά σας κόκκινα λαμπιόνια.

`

*

ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΟΝΟΙ  (ΠΑΝΤΟΥΜ)

 

Το ξέρω Θεέ μου δεν είμαστε μόνοι,

τη Χάρη σου όμως, όσο κι’ αν υμνώ,

τα φύλλα θα πέσουν σα κίτρινο χιόνι,

το δάσος θα μείνει βουβό και γυμνό.

 

Τη Χάρη σου όμως, όσο κι’ αν υμνώ,

τα χέρια υψώνω σε Σένα με δέος,

το δάσος θα μείνει βουβό και γυμνό

αυτό θα πληρώσει το άσβεστο χρέος.

 

Τα χέρια υψώνω σε Σένα με δέος,

εφήμερο είναι το σώμα, φθαρτό,

αυτό θα πληρώσει το άσβεστο χρέος,

τη μεγαλοσύνη Σού πάντα ζητώ.

 

Εφήμερο είναι το σώμα, φθαρτό,

ας δω μιάς αυγούλας το φως να σιμώνει,

τη μεγαλοσύνη σου πάντα ζητώ,

το ξέρω Θεέ μου, δεν είμαστε μόνοι.

 

`

*

ΑΧΡΗΣΤΕΣ ΜΗΧΑΝΕΣ

 

Θα σταματήσω τις φωτογραφίσεις,

της μηχανής κλειστό θα ‘χω το κλείστρο,

είν’ άσκοπο τραγούδι, δίχως οίστρο,

αιχμάλωτες να έχω αναμνήσεις.

 

Το άλμπουμ με το ξώφυλλο το γκρίζο

στ’ αζήτητα θα μείνει, πεταμένο,

κι αφού ν’ ανοίξει πια δεν περιμένω,

τις άχρηστές μου μηχανές χαρίζω.

 

Και μια φωτογραφία μες στη φύση

με σένα, της ζωής πρωτομαγιά μου,

θα μείνει όπως την είχαμε αφήσει.

 

Κανένας δεν θ’ ανοίξει το συρτάρι

να πει κοιτάζοντάς την με καμάρι

“Αχ, νάτοι! Ο παππούς με τη γιαγιά μου!”

 

`

*

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΤΑ ΤΕΛΗ

 

Επώδυνα, επαίσχυντα, ειρωνικά

τις μέρες μας ο Κρόνος καταπίνει,

κι’ η Λήθη, σαν ομίχλη, ευγενικά

το χάδι της απλώνει με σαγήνη.

 

Μα όσα χάθηκαν πολύ νωρίς,

αγάλματα θα μείνουν στον πυθμένα.

Ανάσες που κρατούν οι αμφορείς,

τις πνίγουν τα κοράλλια τ’ ανθισμένα.

 

Τι κρύβεται; Κανένας δεν θα δεί

κάτω απ’ τους πολύχρωμους υφάλους,

μπορεί και τα πιράνχας, δηλαδή,

πουλιά να τα νομίσει, παπαγάλους.