Δίπτυχο

Τα βρεγμένα φύλλα
είναι παιδιά που έκλαψαν.

Κοιμούνται και κανείς
δεν τους στεγνώνει τα δάκρυα.

Τότε νοσταλγώ το χέρι κάθε μητέρας
να κόβει ένα ψωμί δίκαια.

Το κύρος του φιλοσόφου
είναι ο μυστικός
της χλιαρής θρησκείας του.

Το κύρος των παιδιών
οι ποιητές της γλώσσας τους.

Το κύρος των ποιητών
όσο από σιωπή μαγνητίζουν.

`
*

Φθινοπωρινό πρωί

Με ξύπνησαν
εγερτήριες σάλπιγγες
από μακρινό στρατώνα.

Η πέμπτη του Μάλερ θα ήταν
κι ο καφές που ετοίμαζα
μου έστειλε πίσω το σώμα μου.

Ήσυχος σαν αυτόν
που ξέρει ότι τον αγαπάνε.

Ένα αλυσοπρίονο έκοψε
και σταμάτησε.

Ο σκύλος στο πιο ζεστό
μέρος του κήπου, κοιμάται.

Το παιδί ετοιμάζεται να φύγει
το άλλο έφυγε κιόλας.

Στον καθρέφτη σήκωσα
τους δεκατέσσερις νεκρούς μου
προς το φως της μέρας.

Άρχισα κιόλας να ζω
σ’ ένα ποίημα που ακόμη δεν έγραψα.

`

*

Σημύδες

Για πόσο σκοτάδι
φτάνει του ήλιου το απόθεμα
που φέρουν οι λέξεις.

Το πεσμένο χιόνι τα πήρε όλα
μέσα στην πρωινή ησυχία του.

Τα ίχνη είναι μάλλον από λύκο.

Οι σημύδες είναι σαν αυτές
που έβλέπε ο Ξένος κι έγραφε.

Και μονάχα απ’ αυτό
δεν είσαι μόνος.

 

`

*
Ψίθυρος

Η στάχτη από τα κόκκαλα
τρέφει ένα χόρτο
τίποτα δε μιλάει εδώ
πρέπει εσύ να μιλήσεις
με τα δέντρα που είδαν
τα απιθωμένα λουλούδια
την πύλη των ψυχών.

`

*
Πρώτοι στίχοι

Έστειλα ένα συναίσθημα
στα δέντρα και μού επέστρεψαν
το όνομά τους.

Η φύση συμπάσχει στον περίπατο
κι αφήνει στάχτες στη σκέψη

Αιώνες το κάνουν αυτό
οι ποιητές

Πίσω από την καλησπέρα
στα ξύλινα κάγκελα του γείτονα
οι πρώτοι στίχοι ψάχνουν χαρτί

«Έστειλα ένα συναίσθημα στα δέντρα».

 

`

*
[Κι αν νόμιζα πως ήσουν άλλη]

Κι αν νόμιζα πως ήσουν άλλη
και ήθελα να μ’ αγαπάς
μπροστά μου είχα τη Λορεάλη
κι ήμουν ο άτυχος ψαράς

Είτε μ’ αγάπησες είτε όχι
τα χρόνια πέρασαν και πάνε
κι έχω μονάχα στην απόχη
στιχάλια στυλ Ερρίκου Χάινε

`

*
Ωμέγα

Κάποιες φορές εκείνοι που πλένουν
τους πεθαμένους μες στις γούρνες
τις μαρμάρινες στα υπόγεια των νοσοκομείων
κάθως σηκώνουν το άψυχο κορμί
για να του πλύνουνε με ξίδι και νερό την πλάτη
βγαίνει ένας ήχος αναστεναγμού
που λες ζωντάνεψε μα ξέρουνε
πως απολίπειν η τελευταία εισπνοή το σώμα
κι ένας μικρός αέρας αρκετός
για να συνθέσει με φωνή το γράμμα ωμέγα
σαν να κατάλαβε κι αυτός το θάνατο
βγαίνει με μία τελευταία βία ζωής
και πάει να συναντήσει άλλα πνευμόνια.