[Απόσπασμα]

`

Ο θάνατος θάνατος δεν είναι

Είναι ωκεανός

Που ταξιδεύει στα ψυχρά κύματά του

Κύματα που τον φέρνουν όλο και πιο κοντά στο

απογυμνωμένο ομοίωμά του

 

Ο θάνατος θάνατος δεν είναι

Είναι άνθρωπος που καλείται να βγει έξω

Κρατάει στα χέρια τον μίτο του φόβου και του

θάρρους

Το έσχατο οράν της υπάρξεώς του

Το φως το ίδιο

 

«Γύρνα στη φυλακή σου», προστάζει η φωνή

«Πήγαινε στον κόσμο», λέει τη δεύτερη στιγμή

Κι αυτός: «Να πάω πού;»

 

Ο θάνατος θάνατος δεν είναι

Είναι δύο δρόμοι κι ο Ένας

Όταν το κορμί δονείται από τη μοναδική λέξη

της Σιωπής:

[……..]

 

«Μακρύ και δύσκολο το μονοπάτι αυτό.

Το απαρνιέμαι!»

 

Ο θάνατος θάνατος δεν είναι

Είναι μια ακόμη διαβαίνουσα σκιά

Καθώς ο θρήνος ταλαντεύεται μεταξύ ευωχίας

και λύπης

Όπου παραμονεύει η Στιγμή που την κάνουν

αιώνια

Άτομα, λαοί κι έθνη όχι της επιβίωσης μα της

Δημιουργίας

 

Ο θάνατος θάνατος δεν είναι

Είναι έφηβος ακόμη αδύναμος

Προορισμός του μοιάζει η απελπισία

Όραμά του θα ήταν η καταστροφή

Θάνατος που ποθεί τον εαυτό του

Θάνατος με το βήμα πιο κοντά στις απαρχές της

ζωής

Θάνατος

και το ερώτημα που υπομένει: Να πάω πού;

 

Δεν ξέρει

Και δείχνει τις αλυσίδες που τον κρατάνε μακριά

από τον φόνο

Τις δικές του αλυσίδες, μαζί και το ανήμπορο

χέρι που το κλειδί κρατάει

Το δικό του χέρι

 

Δείχνει τις αλυσίδες και το κλειδί

Δείχνει την αναποφασιστικότητα

Δείχνει την αιτία της παρακμής

Μετρά την ασφυξία που νιώθει μέσ’ στο κορμί

Στο κορμί που το παρατά για την ψυχή

Ή το δένεται ακόμη περισσότερο, βέβαιος για την

ανυπαρξία της αθανασίας

Και φτιάχνει το νόμισμα που εξαγοράζει τη

δειλία, για να την κάνει κτήμα του

 

 

 

Ας κραυγάσει λοιπόν:

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ

 

Είναι ο ήλιος

Που κυνηγάει τη ζωή ώσπου να την εξουθενώσει

Ζωή και θάνατος:

Ένας νεκρός και σκοτεινός πλανήτης

Μα και κάθε μπορετή πηγή υπέρβασης

*

Τώρα ο απελπισμένος ορμά μέσ’ στον θάνατο

Παίρνει τη ζωή του μ’ απόφαση νικώντας τη

δειλία

Και σκέφτεται:

 

«H νίκη επί της δειλίας μέσω της αυτοχειρίας

H αυτοχειρία του απελπισμένου

H δια θάνατον έκφραση της νοσταλγίας για

δημιουργία

Κάτι λίγο καλύτερο από την απελπισία των

ζωντανών νεκρών

Οπότε το ιδεατό επιστρέφει στο πραγματικό

Και η απώλεια φανερώνεται ως κέρδος…»

 

…Κούφια λόγια όσο η αυτοχειρία αντιτίθεται

στον Εξυψωμένο

 

Α, ο Εξυψωμένος!

Aυτός που γεννιέται πριν την απελπισία

Δεν την επιζητά, δεν την απαρνιέται

 

Είναι κείνη που του δίνει το πρόσωπό του, το πιο

δικό του

Και τον μετατρέπει από θραύσμα σε όλον.

 

Τότε εκχωρεί ζωή στον θάνατο

Ενώ αυτός φωτίζει το μεγαλόπνοο σχέδιο του

Κόσμου

 

Η μεγάλη Πύλη μπορεί και να ανοίξει πάλι

Για να φανερωθεί ίσως ο Θεός

 

Ο κάλλιστος Κόσμος

Ο άνθρωπος ενώπιον του Κυρίου

Ο άνθρωπος

Που σαν τον φοίνικα αναγεννάται μέσα από τις

στάχτες Εκείνου

Η έσχατη παραδοξότητα. Η συμφωνία της

ασυμφωνίας

 

Αγωνίζεται για έναν κόσμο που είναι ολότελα

δικός του

Και ξένος

Ένας μικρός θεός

Το υπέρ του λόγου ον. Το κατεξοχήν εγκόσμιο

Ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο αλλά

σπόρος θανάτου

 

Ελευθερία που βιώνεται ως αιωνιότητα

Ας τον ονομάσει ο Ποιητής:

Θηρευτή του Αιώνιου μέσα στον Χρόνο

 

Ουσία του είναι η Αγάπη

Που ξεχειλίζει μέσα από την άβυσσο του Εγώ

Λατρεία του Ωραίου και του Υψηλού, αλλά

ποτέ μόνον συμπόνοια.

 

Της πολιτικής στολίδι

 

Καθρέπτης στο παλάτι του θανάτου

 

Αγάπη! Ή αλλιώς, θυσία ώσπου ο θάνατος πια

να μην είναι

 

Αγάπη! Για να κοιτάξει ο άνθρωπος τον Άνθρωπο

 

Αγάπη! Πέρα από τον άνθρωπο Αγάπη!

 

Κι ο Κόσμος, εδώ, σχεδόν μέσα και πάλι

Γιατί ο θάνατος ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ!