Φωτογραφία: Βάσια Αναγνωστοπούλου

 

Ο Κλείτος Κύρου παραμένει ένας ποιητής προς ανάγνωση και κυρίως προς ανακάλυψη. Ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ποιητές και μεταφραστές της Θεσσαλονίκης με περιορισμένο σε έκταση αλλά ουσιαστικό ποιητικό έργο. Όπως μαθαίνουμε από την ανέκδοτη συνέντευξή του, που δημοσιεύεται σήμερα στο Ποιείν, επιθυμία του ήταν να είχε αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην ποίησή του και λιγότερο στις μεταφράσεις που έκανε. Προτιμούσε να γράφει στο γραφείο του παρά μακριά από αυτό. Εκτός από το ποιητικό και μεταφραστικό του έργο δεκάδες άρθρα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί στα (πολλά) περιοδικά με τα οποία κατά καιρούς συνεργάστηκε. Ο ποιητής Γιώργος Θέμελης έλεγε ότι ο Κύρου κάνει ποίηση «κοινωνικού προβληματισμού από σκοπιά ατομικής συνείδησης». Η συνέντευξη που ακολουθεί είναι μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του ποιητή και μεταφραστή. Έγινε το 2002 από την φωτογράφο Βάσια Αναγνωστοπούλου, η οποία γράφει και το προλογικό κείμενο. Με την άδειά της τη δημοσιεύουμε.


*  *  *

 

 

Για τον Κλείτο, έβαλα τον μπαμπά μου να με πάει στη Θεσσαλονίκη. Ήθελα να τον συναντήσω, με αφορμή μία σχολική εργασία που αφορούσε τη συλλογή του “Κραυγές της Νύχτας”. Δε μιλούσε πολύ. Ήταν κλειστός και λακωνικός. Αγαπηθήκαμε από την πρώτη στιγμή, γιατί μοιάζαμε. Γνώρισα τη γυναίκα του και την κόρη του. Κάθε φορά που πήγαινα στη Θεσσαλονίκη τους επισκεπτόμουν. Κάθε φορά που ερχόταν στην Αθήνα συναντιόμασταν. Ήταν ο αγαπημένος μου. Η φωτογραφία αυτή, στόλιζε το γραφείο του, και ήταν αυτή με την οποία τον αποχαιρέτησε η οικογένειά του. Έφυγε όταν ήμουν στο Εδιμβούργο, και τον έκλαψα σαν παππού μου. Εδώ λείπει η μία μεριά της κασετούλας μου, οπότε ξεκινώ χωρίς ερώτηση.  

 

Οι ιστορικές αυτές στιγμές απαντώνται σε πολλά ποιήματα δικά μου. Κυρίως, εννοώ οι μεταπολεμικές, οι μετεμφυλιακές εκείνες. Όλο το σύνολο σιγά σιγά καταλαγιάζει και ερχόμαστε στις πρόσφατες δεκαετίες με ένα πιο ήρεμο και κανονικό κλίμα. Η δεύτερη συλλογή που έγραψα -οι «Kραυγές της Nύχτας»- αποπνέουν όλο αυτό φάσμα. Tον αγώνα, αυτό το ζόρι που τραβήξαμε, το κυνηγητό, φαίνεται από διάφορους στίχους, από διάφορες λέξεις. Ήμασταν και δεν ήμασταν εν ζωή.

 

Το κλίμα αυτό φοβάμαι ότι δεν μπορώ να σου το παρουσιάσω ή να σε κάνω να το νιώσεις. Έχουμε μία ιστορική στιγμή που βγαίναμε στους δρόμους, κάναμε μία διαδήλωση, κραυγάζαμε, τραγουδούσαμε και μας κυνηγούσανε μετά οι Γερμανοί και μπαίναμε σε διάφορα σπίτια. Είχαμε συνέχεια αυτό το κυνηγητό. Οι Γερμανοί δε χωρατεύανε. Σκότωσαν κόσμο και κοσμάκη. Και από τους συναγωνιστές μας πολλοί σκοτώθηκαν, πολλοί πιάστηκαν, πολλοί φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν βέβαια. Γι’ αυτό είμαι σε πολλούς στίχους μου έτσι πολύ… και βίαιος είμαι. Ήταν μια εποχή πάρα πολύ δύσκολη, δεν ξέραμε αν θα ξημερωνόμασταν. Κάναμε διάφορους συνδυασμούς, αν έρθουν και λοιπά, για έναν τρόπο διαφυγής.

 

Μετά τα πράγματα πήραν έναν πιο ομαλό δρόμο, γι’ αυτό και τα πρώτα μου ποιήματα ήταν κάπως βίαια, κάπως κραυγαλέα. Στα κατοπινά πήρα εκείνη την πορεία που έχει ο χρόνος. Καταλαγιάζεις, ηρεμείς. Βλέπεις τα πράγματα με άλλο μάτι. Εκ του ασφαλούς.

 

Αφομοιώνεται πλήρως η προσωπική περιπέτειας στην ιστορική στιγμή, στις Κραυγές της Νύχτας; Αν γραφόταν σήμερα, θα υπήρχαν κομμάτια κοινά;

Κάθε πράγμα στον καιρό του. Αυτά που έγιναν στη δεκαετία του 40, και τα κατέγραψα εγώ στη δεκαετία του 50 και του 60, θα είναι τραγικό αν τα καταγράψει κανείς σήμερα, δηλαδή ύστερα από 50 χρόνια.

 

Υπάρχουν κομμάτια που δεν είναι επηρεασμένα από τα ιστορικά γεγονότα;

Υπάρχουν και κομμάτια μη επηρεασμένα.

 

Όπως;

Ε, πρέπει να ψαχτεί! Υπάρχουνε κάτι τοπία πιο ήρεμα, πιο καθημερινά.

 

Συμβαίνει και το αντίστροφο; Πώς το προσωπικό στίγμα επηρεάζει το πώς παρουσιάζεται η ιστορική στιγμή;

Ε, ναι! Κοίταξε, αυτά όλα οι θεωρητικοί που λένε και γράφουνε, ξεκινούν από ένα άλλο υπόβαθρο. Εγώ, απλώς, αυτά που σκέφτομαι απλά τα γράφω, από κει και πέρα δεν μπορώ να τα κατατάξω σε ιστορικές ή αισθηματικές σκέψεις. Είναι ένας κορμός που βγαίνει.

 

Υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ των Κραυγών; Κάποια συνέχεια; Γιατί είναι τοποθετημένες με αυτή την αριθμητική σειρά;

Είναι η χρονική σειρά που γράφονται.

Πώς περνάτε μία μέρα σας;

Εγώ, προσωπικά, αν δεν μπω σ’ αυτό το χώρο του γραφείου μου, να ανασάνω, αισθάνομαι άσχημα. Το καλοκαίρι τρεις μήνες που λείπαμε στην εξοχή, αισθανόμουν σαν ξένος εκεί. Κι εκεί έχω βιβλία, αλλά ξέρεις είναι ένας κήπος μεγάλος με πράσινο και δε σου ενέπνεε αυτό το αίσθημα που έχω εδώ. Επιλέγω ένα αυστηρό περιβάλλον. Ξέρω ότι άμα θα κάτσω εδώ ή θα πρέπει να γράψω ή θα πρέπει να μεταφράσω. Με τη μετάφραση ασχολήθηκα πάρα πολύ , αλλά εδώ και πάρα πολλά χρόνια τη σταμάτησα, γιατί τη μετάφραση τη μέμφομαι, γιατί στέρησα τον εαυτό μου από τη δημιουργία ποιημάτων. Μετανιώνω για εκείνο το παραστράτημα. Αλλά εδώ έχουμε ησυχία, συγκεντρώνομαι, ρίχνω κάποιους στίχους, ή έστω και μία λέξη, η οποία αργότερα θα με οδηγήσει στην δημιουργία.

Έχω έναν περίεργο τρόπο κατασκευής ενός ποιήματος. Τα συναρμολογώ, τα κάνω, είναι σαν ένα παιχνίδι. Και μετά, όταν δω ότι κάτι μπαίνει στο δρόμο του, ρέει.

 

Έχετε πει ότι η ποίηση είναι πυρετός στο αίμα. Πότε νιώθετε πυρετό στο αίμα;

Να, κάτι τέτοιες στιγμές. Δηλαδή, όταν καταλαβαίνω ότι κάτι θα πρέπει να βγει, κάτι θα βγει, και πρέπει να δω πως θα το καλμάρω. Με αναστατώνει εκείνο το στάδιο, πώς θα το δουλέψω. Ή μπορεί να ξεκινήσω από μια κουβέντα που, μετά, μια ιδέα ξεπετιέται. Είμαι σαν τρελός ας πούμε!

 

Πότε θυμάστε να γράφετε πρώτη φορά;

Για να είμαι ειλικρινής δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς. Στο ξεκίνημά μου. Πρέπει να ήτανε μετά τα 25 μου, 30..

 

Αισθάνεστε το ίδιο όταν διαβάζετε τα πρώτα σας ποιήματα, όπως όταν τα γράφατε;

Το ίδιο αισθάνομαι. Όπως την πρώτη στιγμή, έτσι και τώρα.

 

Πότε ανεβαίνει αυτός ο πυρετός;

Το βράδυ. Προχωρημένα βράδια δηλαδή. Μεσάνυχτα και..

 

Χρειάζεται ένα δυνατό συναίσθημα ή εμπειρία;

Όχι πάντα. Πολλά ποιήματά μου οφείλουν την ύπαρξή τους σε μια κουβέντα μου, σε μια φράση σε κάτι τέτοιο. Μου σκαλώνει και ξέρεις, μπορεί να προσπαθώ να κάνω το ίδιο πράγμα κάνα δυο μέρες και μετά έρχεται και πλάθεται.

 

Ζήσατε τόσο σημαντικά ιστορικά γεγονότα. Αν είχατε γεννηθεί σε άλλη εποχή, θα γράφατε ποίηση;

Κοίταξε, είχα την τύχη , αλλά και την ατυχία να βρεθώ σε μία εποχή που ήτανε από τις πιο βάναυσες, πιο βάρβαρες του αιώνα μας. Το φονικό δηλαδή ήτανε κάτι το πολύ εύκολο. Σκοτωνόταν κόσμος, κάνανε… Τα πάθη, ιδίως μετά το 45, τα πάθη τα πολιτικά είχανε φτάσει στο απόγειο, σφάζονταν ο κόσμος, κυνηγιόταν, κρυβόμασταν. Ήταν πάρα πολύ άσχημες χρονιές. Το βράδυ θυμάμαι, τι βράδυ δηλαδή, 10 η ώρα πρέπει να ήτανε, τώρα αυτά που σου λέω πρέπει να ήταν το 1946-47, με σταμάτησε ένας χωροφύλακας, τη ταυτότητά σου , μου λέει. Γιατί, εγώ περίμενα να πάρω το τελευταίο τραμ, από κάπου εδώ κοντά, που μέναμε τότε. Βλέπει Κύρου και λοιπά, με τον Κύρου λέει που είναι στον ΟΗΕ; Εκπρόσωπος της Ελλάδος ήτανε κάποιος Kύρου, και εγώ έτσι θρασύτατα του λέω, ναι είναι θείος μου. Οπότε αυτός έκανε τη σκέψη ότι ανιψιός του εκπροσώπου, δεν μπορεί να είναι κανένας παράνομος και πηγαίνετε -λέει- και προσέχετε. Αλλά ήταn πάρα πολύ σκιερές μέρες, δύσκολες μέρες, δεν ξέραμε αν το πρωί θα μας βρει εν ζωή. Αλλάζαμε σπίτια. Ζούσαμε εγώ με τη μητέρα μου και η καημένη το τι τράβηξε. Πολλές φορές έφευγα και ξενοκοιμόμουνα, όταν το πρωί τη συναντούσα ήτανε…

 

Στην εποχή μας υπάρχουν ερεθίσματα για να γραφτεί ποίηση;

Πάντα υπάρχουνε.

 

Τώρα γράφετε κάτι;

Ναι, χθες ή προχθές έγραψα. Θα στο διαβάσω μετά.

 

Σταματάει ποτέ να γράφει κανείς;

Νομίζω όχι. Μπορεί να υποχωρεί ή να αναπαύεται, αλλά όχι. Εμένα είναι το κουσούρι μου.

 

`

*******************************************************************

Λίγα βιογραφικά στοιχεία για τον Κλείτο Κύρου

Γεννήθηκε το 1921 στη Θεσσαλονίκη. Φοίτησε στο Κολλέγιο Ανατόλια και τον Σεπτέμβριο του 1939 εισήχθη στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα (1951-1983) . Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος από το 1974 μέχρι το 1976. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1944, στο φοιτητικό περιοδικό «Ξεκίνημα», αρχικά με μεταφράσεις ξένων, κυρίως Άγγλων, ποιητών. Ως ποιητής εμφανίστηκε για πρώτη φορά με το ποίημα «Προσμονή» στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Φοιτητής», τχ. 3 (5.5.1945). Το 1949 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Αναζήτηση, Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής». Συνεργάστηκε με πλήθος περιοδικών (Ξεκίνημα, Φοιτητής, Ελεύθερα Γράμματα, Διαγώνιος, Ο Αιώνας μας, Κοχλίας, Νέα Πορεία, Κριτική, Εντευκτήριο κ.ά). Το σύνολο της ποιητικής του δουλειάς εκδόθηκε στη συλλογή «Εν όλω, Συγκομιδή 1943-1997» (Άγρα, 1997). Το 1988 τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο του «Τα πουλιά και η αφύπνιση», το οποίο δεν δέχτηκε. Το 1992 τιμήθηκε από την Ελληνική Εταιρεία Μεταφραστών Λογοτεχνίας για τη μετάφραση του έργου τού Κρίστοφερ Μάρλοου «Δόκτωρ Φάουστους» και το 1994 του απονεμήθηκε το Α’ Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης για την τραγωδία τού Σέλεϊ Οι Τσέντσι. Το 2005 η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε για το σύνολο του ποιητικού του έργου, το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, ρωσικά, πολωνικά, βουλγαρικά και αραβικά. Πέθανε στις 10 Απριλίου 2006 στο σπίτι του στην οδό Αθανασίου Σουλιώτη 2.

 

Ποιήματα και Πεζά

Ποιητικές Συλλογές:

«Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής», (τυπ. Θ. Γραικόπουλου, Θεσσαλονίκη, 1949)

«Σε πρώτο πρόσωπο» (Θεσσαλονίκη, 1957)

«Κραυγές της νύχτας» (Θεσσαλονίκη, 1960)

«Κλειδάριθμοι» (Ε. Σφακιανάκης, Θεσσαλονίκη, 1963)

«Απολογία» (Θεσσαλονίκη, 1966, β’ έκδοση συμπληρωμένη, Θεσσαλονίκη, 1976)

«Οι κατασκευές 1949-1974» (Κέδρος, Αθήνα, 1980)

«Τα πουλιά και η αφύπνιση» (Νεφέλη, Αθήνα, 1987)

«Περίοδος χάριτος και άλλα ποιήματα» (Χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη, 1992)

«Ο πρωθύστερος λόγος» (Αίγειρος, Θεσσαλονίκη, 1996)

«Εν όλω – Συγκομιδή 1943-1997» (συγκεντρωτική έκδοση) (Άγρα, Αθήνα, 1997)

Πεζά

Οπισθοδρομήσεις. Αναδρομή ζωής (2001, αυτοβιογραφικό)